ΕΝΤΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Ο πρόεδρος του ΓΕΩΤΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας, Αθανάσιος Σαρόπουλος, μιλά στον «Ε.Α.» για τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει στον πρωτογενή τομέα της χώρας μας.
«Η είσοδος προϊόντων με χαμηλότερο κόστος και διαφορετικά πρότυπα παραγωγής ενδέχεται να μειώσει την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων».
Του Λευτέρη Ζαβλιάρη
zavliaris@gmail.com
«Από τις χαμένες επιδοτήσεις, στη συμφωνία Mercosur»: αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος των φετινών αγροτικών κινητοποιήσεων, των μεγαλύτερων που έζησε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Και ενώ τα τρακτέρ επιστρέφουν πια στον φυσικό τους χώρο, τα χωράφια, από τις εθνικές οδούς όπου βρίσκονταν για ενάμιση και πλέον μήνα, οι αγρότες, πέραν των άλλων προβλημάτων, πρέπει να επιλύσουν και αυτό των επιπτώσεων της συμφωνίας των Βρυξελλών με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, που μεταξύ άλλων υπέγραψε και η χώρα μας. Ο πρόεδρος του Παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του ΓΕΩΤΕΕ, Αθανάσιος Σαρόπουλος, αποτελεί έναν εκ των σφοδρότερων επικριτών της συμφωνίας, τασσόμενος ξεκάθαρα με το μέρος των αγροτών, αφού μίλησε για τα «αγκάθια» της και στη σύσκεψη της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων, στις 4 Ιανουαρίου, στα Μάλγαρα.
Ο κ. Σαρόπουλος, μιλώντας στον «Ε.Α.» για τα «γκρίζα» σημεία της συμφωνίας, επισημαίνει ότι είναι επιβλαβής για την Ελλάδα, γιατί, όπως λέει, «θα διαταράξει την ισορροπία της εγχώριας παραγωγής, εισάγοντας μεγάλες ποσότητες φθηνότερων αγροτικών προϊόντων από χώρες της Mercosur». Όπως λέει χαρακτηριστικά, «η ελληνική παραγωγή προϊόντων, όπως το μέλι και το ρύζι, θα δεχθεί έντονη πίεση από αυτές τις εισαγωγές, καθώς με την κατάργηση ή την αύξηση των ποσοστώσεων για το αδασμολόγητο εμπόριο οι τιμές και ο ανταγωνισμός θα πιέσουν τους Έλληνες παραγωγούς».
«Καμπανάκι» για την αυτάρκεια
Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Σαρόπουλο, μια από τις βασικές επιπτώσεις της συμφωνίας είναι ότι θα αποδυναμώσει την ελληνική αυτάρκεια και την παραγωγική βάση. «Η είσοδος προϊόντων με χαμηλότερο κόστος και διαφορετικά πρότυπα παραγωγής ενδέχεται να μειώσει την ανταγωνιστικότητα εγχώριων προϊόντων που ήδη βρίσκονται υπό πίεση λόγω κόστους παραγωγής, φθίνουσας κερδοφορίας και αυξημένων εισροών». Αυτοί οι παράγοντες, σύμφωνα με τον ίδιο, απειλούν όχι μόνο την επιβίωση συγκεκριμένων γεωργικών κλάδων, αλλά και τη διατροφική αυτάρκεια της χώρας. Κατά τον πρόεδρο του ΓΕΩΤΕΕ Κ. Μακεδονίας, όποιες ωφέλειες της συμφωνίας μπορεί να ευνοούν τη βιομηχανική παραγωγή της Ευρώπης, όπως οι μηχανές, τα χημικά, τα αυτοκίνητα και τα φάρμακα, όχι όμως τους αγρότες. «Οι χώρες της Ευρώπης με πιο ισχυρή βιομηχανική βάση είναι πιθανό να επωφεληθούν από την απελευθέρωση του εμπορίου για βιομηχανικά προϊόντα, ενώ ο πρωτογενής τομέας, ειδικά στην Ελλάδα, θα βρεθεί ασθενέστερος απέναντι σε φθηνές εισαγωγές» λέει.
Παράλληλα, τονίζει πως ο δεύτερος σημαντικός κίνδυνος είναι αυτός της αθέμιτης ανταγωνιστικότητας λόγω διαφορετικών στάνταρ παραγωγής. «Οι γεωργοί της Mercosur ενδέχεται να μπορούν να παράγουν και να εξάγουν προϊόντα με χαμηλότερα περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα σε σχέση με αυτά που ισχύουν στην Ε.Ε., με αποτέλεσμα να προκληθεί ανταγωνισμός δύσκολα βιώσιμος για τους Ευρωπαίους αγρότες» υπογραμμίζει ο κ. Σαρόπουλος. Γιατί, όπως σημειώνει, αν και η συμφωνία περιλαμβάνει μηχανισμούς διασφάλισης, η αίσθηση αγροτών και φορέων είναι ότι αυτοί οι μηχανισμοί δεν επαρκούν για να προστατεύσουν αποτελεσματικά τις ευαίσθητες καλλιέργειες.
Τι θα γίνει με το ισοζύγιο;
Σύμφωνα με τα στοιχεία του κ. Σαρόπουλου, μεγάλη είναι η ανησυχία για ανισορροπία στο εμπορικό ισοζύγιο. Όπως λέει, «τα γεωργικά προϊόντα από τις χώρες της Mercosur είναι πολύ περισσότερα σε αξία από τις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων προς την ίδια αγορά». Κατά τον ίδιο, η διαφορά αυτή δείχνει ότι η Ελλάδα και η Ε.Ε. γενικά μπορεί να βρεθούν σε μειονεκτική θέση, αν το εμπορικό ισοζύγιο συνεχίσει να επιβαρύνεται, ειδικά σε περίπτωση που τα εισαγόμενα προϊόντα είναι σε μεγάλο βαθμό αγροτικά βασικής κατανάλωσης.
Για το στέλεχος του ΓΕΩΤΕΕ, βέβαια, η συμφωνία δεν δημιουργεί πονοκέφαλο για τους Ευρωπαίους αγρότες μόνο στα οικονομικά μεγέθη, αλλά προκαλεί ερωτήματα για τις κοινωνικές και τις διατροφικές επιπτώσεις. «Η συμφωνία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την παραγωγική βάση της ελληνικής υπαίθρου, οδηγώντας σε απώλεια θέσεων εργασίας, μείωση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής στις αγροτικές περιοχές» επισημαίνει. Μάλιστα, τονίζει ότι η τελευταία ανησυχία κάνει εύλογη τη δυσπιστία για το πώς οι μεγάλοι εμπορικοί διακανονισμοί λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες μικρότερων οικογενειακών παραγωγών και περιφερειών με χαμηλότερη παραγωγική ικανότητα.
Ουσιαστικές ευκαιρίες για τη μεταποίηση τροφίμων
Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, μια τέτοιας έκτασης συμφωνία δεν δημιουργεί μόνο κακώς κείμενα. Όπως λέγεται, υπάρχουν ωφελημένοι αλλά και χαμένοι, ωστόσο αυτό μένει να φανεί σε βάθος χρόνου, αφού προς το παρόν έχουν πέσει μόνο υπογραφές.
Σύμφωνα με όσα λέει στον «Ε.Α.» ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Πυρηνοκάρπων και αντιπρόεδρος της ΕΘΕΑΣ, Χρήστος Γιαννακάκης, «η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur καταργεί σταδιακά τους δασμούς και δημιουργεί νέες ευκαιρίες εξαγωγής για μια σειρά ελληνικών αγροτικών προϊόντων, όπως κονσερβοποιημένα και κατεψυγμένα φρούτα και κηπευτικά, ακτινίδια και μήλα, λάδι και ελιές, προϊόντα ΠΟΠ, όπως η κορινθιακή σταφίδα, η φέτα, η κεφαλογραβιέρα, καθώς και Προϊόντα Γεωγραφικής Ένδειξης, αλλά και πολλά άλλα».
Βέβαια, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι όλα ρόδινα, αφού, όπως λέει, η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, για τα οποία πρέπει να υπάρξει μέριμνα προστασίας και στήριξης. «Η αντίδραση κυρίως της Γαλλίας και της Πολωνίας, αλλά και η σύμφωνη γνώμη των μεσογειακών χωρών σηματοδοτούν την ομαδοποίηση των συμφερόντων των προϊόντων που θίγονται, αλλά και αυτών που ευνοούνται. Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ενεργήσει κατάλληλα για να προστατεύσει το σύνολο των καλλιεργητών της χώρας μας» τονίζει ο κ. Γιαννακάκης.
Αισιοδοξία κονσερβοποιών
Για τον πρόεδρο της Ενωσης Κονσερβοποιών Ελλάδος (ΕΚΕ) Γιώργο Αποστόλου, η συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστικές ευκαιρίες για τη μεταποίηση τροφίμων, και ειδικά για τον κλάδο της ελληνικής κονσερβοποιίας. Όπως λέει στον «Ε.Α.», «η συμφωνία ανοίγει νέες αγορές για επεξεργασμένα αγροτικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπου η Ελλάδα διαθέτει τεχνογνωσία, ποιότητα και εξαγωγική εμπειρία». Παράλληλα, σύμφωνα με όσα τονίζει ο πρόεδρος της ΕΚΕ, η μείωση δασμών και εμπορικών φραγμών μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε μεγάλες αγορές της Λατινικής Αμερικής. «Υπό την προϋπόθεση ίσων κανόνων ανταγωνισμού, η συμφωνία μπορεί να συμβάλει στην αύξηση εξαγωγών, επενδύσεων και θέσεων εργασίας στον κλάδο» καταλήγει ο κ. Αποστόλου.
Οι Έλληνες ορυζοπαραγωγοί αντιμέτωποι με οικονομική ασφυξία
Εάν ένας κλάδος θίγεται από τη συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur, αυτός είναι οι ορυζοπαραγωγοί της Βόρειας Ελλάδας. Οπως εξηγεί στον «Ε.Α.» ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Κυμίνων Μαλγάρων Κώστας Σέφης, «αυτό που μας ανησυχεί περισσότερο είναι η αύξηση των εισαγωγών ρυζιού από χώρες της Mercosur, κυρίως από τη Βραζιλία, όπου το κόστος παραγωγής είναι σαφώς χαμηλότερο». Σύμφωνα με τον νεαρό αγρότη από τα Κύμινα, «το ρύζι αυτών των χωρών μπορεί να εισέρχεται στην ευρωπαϊκή αγορά με χαμηλότερους ή μηδενικούς δασμούς, ρίχνοντας κατακόρυφα τις τιμές παραγωγού στην Ε.Ε., και ειδικά στην Ελλάδα. Για εμάς, τους Ελληνες ορυζοπαραγωγούς, που ήδη αντιμετωπίζουμε υψηλά κόστη ενέργειας, άρδευσης, λιπασμάτων και εργατικά, αυτή η πίεση μας δημιουργεί οικονομική ασφυξία».
Ακόμα, ο Κώστας Σέφης υποστηρίζει ότι ένα μεγάλο θέμα είναι αυτό του αθέμιτου ανταγωνισμού. Οπως λέει, «στις χώρες της Mercosur ισχύουν χαλαρότερα περιβαλλοντικά, φυτοϋγειονομικά και εργασιακά πρότυπα σε σχέση με την Ε.Ε. Αυτό επιτρέπει την παραγωγή ρυζιού με χαμηλότερο κόστος, ενώ οι Ευρωπαίοι αγρότες υποχρεώνονται να συμμορφώνονται με αυστηρούς κανονισμούς για φυτοφάρμακα, προστασία νερού και περιβαλλοντική βιωσιμότητα, χωρίς αντίστοιχη προστασία στην αγορά». Ο πρόεδρος του συνεταιρισμού λέει επίσης ότι από τη συμφωνία υπάρχει μεγάλος κίνδυνος για διάβρωση της εγχώριας παραγωγικής βάσης. «Το ρύζι αποτελεί βασική καλλιέργεια για ολόκληρες κοινωνίες στην περιοχή (μεταποίηση, εξαγωγές, απασχόληση), και μια μεγάλη και διαρκής πτώση τιμών μπορεί να οδηγήσει σε εγκατάλειψη καλλιεργειών και απώλεια εισοδήματος στις αγροτικές περιοχές».
Τελευταία και σημαντικότερη ένσταση των ορυζοπαραγωγών για τη συμφωνία είναι ότι αυτή δεν συνοδεύεται από επαρκείς μηχανισμούς προστασίας για ευαίσθητες καλλιέργειες, όπως το ρύζι. «Θέλουμε σαφείς ρήτρες διασφάλισης, ποσοστώσεις και αυστηρούς ελέγχους, ώστε η απελευθέρωση του εμπορίου να μη γίνει εις βάρος της βιωσιμότητας του ελληνικού πρωτογενούς τομέα» σημειώνει ο Κώστας Σέφης.
Bιομηχανικές χώρες
Οι χώρες της Ευρώπης με πιο ισχυρή βιομηχανική βάση είναι πιθανό να επωφεληθούν από την απελευθέρωση του εμπορίου για βιομηχανικά προϊόντα.
Oι δικλίδες ασφαλείας;
Αν και η συμφωνία περιλαμβάνει μηχανισμούς διασφάλισης, η αίσθηση αγροτών και φορέων είναι ότι αυτοί δεν επαρκούν για να προστατεύσουν αποτελεσματικά τις ευαίσθητες καλλιέργειες.
Απαραίτητη η στήριξη
Η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, για τα οποία πρέπει να υπάρξει μέριμνα προστασίας και στήριξης.