ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η καρυδιά θέλει προετοιμασία, ενημέρωση και εξοπλισμό

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»

INLINE1 · ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο παραγωγός Γρηγόρης Μπατσίλας από τη Σπερχειάδα Φθιώτιδας περιγράφει στον«Ε.Α.» τις απαιτήσεις της καλλιέργειας.

Του Χρυσόστομου Τρίμμη

trimmis.chrys@gmail.com

Έχουν περάσει 18 χρόνια από τότε που ο Γρηγόρης Μπατσίλας ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την καλλιέργεια καρυδιάς, στην περιοχή της Σπερχειάδας Φθιώτιδας, και πλέον γνωρίζει πολύ καλά τόσο το φυτό όσο και τις απαιτήσεις του. Οπως σημειώνει μιλώντας στον «Ε.Α.», η καρυδιά είναι μια καλλιέργεια με απαιτήσεις, όσον αφορά το ίδιο το φυτό και ό,τι έχει να κάνει με τη συγκομιδή και την επεξεργασία του.

Εχοντας φύγει από την Κρανιά Ελασσόνας, όπου η οικογένειά του είχε ως κύρια ενασχόληση την καλλιέργεια καπνού, βρέθηκε στην Αθήνα, και επέλεξε, μαζί με τη σύζυγό του, τη Λαμία και τη Φθιώτιδα προκειμένου να δημιουργήσουν οικογένεια, όπως περιγράφει. Πώς προέκυψε όμως η επιλογή της ενασχόλησης με την καρυδιά;

«Ηθελα να ασχοληθώ με κάτι πέρα από την κύρια εργασία μου. Αρχικά σκεφτήκαμε να ασχοληθούμε με την ελιά, αλλά κάποιοι μας αποθάρρυναν, καθώς τότε η συγκεκριμένη καλλιέργεια ήταν ασύμφορη. Εκείνη την περίοδο, παράλληλα, άρχισε να γίνεται πιο γνωστή η καλλιέργεια της καρυδιάς και αποφάσισα να στραφώ σε αυτήν» σημειώνει.

Γρηγόρης Μπατσίλας

Άφθονο νερό και προληπτικοί ψεκασμοί

Ο ίδιος επέλεξε την ποικιλία Τσάντλερ για καθαρά εμπορικούς λόγους. Ωστόσο, επισημαίνει: «Δεν είναι τόσο ανθεκτική όσο πιστεύαμε αρχικά και είναι πιο απαιτητική σε σχέση με άλλες ποικιλίες. Δεν αντέχει σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και δεν πρέπει να εκτίθεται σε περισσότερους από 39 βαθμούς Κελσίου. Απαιτεί άφθονο νερό και προληπτικούς ψεκασμούς με χαλκούχα σκευάσματα. Συγκριτικά με την ελιά, πρόκειται για πιο απαιτητική καλλιέργεια, καθώς έχω ασχοληθεί και με τις δύο». Η καρυδιά Τσάντλερ απαιτεί σωστό σχεδιασμό εγκατάστασης, με κατάλληλες αποστάσεις φύτευσης και επιλογή θέσης με καλό αερισμό. Χρειάζεται επικονιαστές για καλύτερη καρπόδεση, συνεχή έλεγχο υγρασίας εδάφους και προστασία από ηλιοκαύματα. Η διαχείριση θρέψης με βάση αναλύσεις εδάφους και φύλλων είναι κρίσιμη για σταθερή παραγωγή.

Θα πρέπει να υπολογίσει κανείς, πάντως, ότι και για τις καρυδιές τα τελευταία καλοκαίρια υπήρξαν σημαντικές δυσκολίες λόγω καύσωνα. Παράλληλα, η καρυδιά αντιμετωπίζει εχθρούς, όπως η βακτηρίωση, η ανθράκωση και η καρπόκαψα, ενώ τα τελευταία χρόνια, όπως περιγράφει ο κ. Μπατσίλας, εμφανίστηκαν και νέες ασθένειες, πιθανόν μεταφερόμενες από φιστικιές της περιοχής.

INLINE2 · ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

 Η έλλειψη εργατικών χεριών

Οπως σημειώνει ο κ. Μπατσίλας, μέχρι πρόσφατα η συγκομιδή γινόταν χειρωνακτικά. Ομως, συμπληρώνει ότι πλέον αυτό δεν είναι εφικτό λόγω έλλειψης εργατικών χεριών και σημαντικής αύξησης του κόστους εργασίας. «Ερχονται τα χειρότερα. Ακόμη και κάποιοι που έρχονται ως μετακλητοί φεύγουν, προτιμώντας θέσεις εργασίας σε άλλους τομείς» σχολιάζει σχετικά ο κ. Μπατσίλας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκομιδή πραγματοποιείται ταυτόχρονα σε όλη την παραγωγή, μέσα σε 10 ημέρες περίπου, κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου.

Τα απαραίτητα μηχανήματα

Την ίδια στιγμή, η υλικοτεχνική υποδομή είναι ιδιαίτερα απαιτητική και δαπανηρή. «Απαιτούνται μηχανήματα, όπως αποφλοιωτής και στεγνωτήριο, τα οποία έχουν μεγάλο κόστος και όγκο. Από την πλευρά μας, εδώ και 18 χρόνια πραγματοποιούμε συνεχώς επενδύσεις, επανεπενδύοντας ουσιαστικά τα έσοδα με στόχο τη μηχανοποίηση της καλλιέργειας και τη μείωση του κόστους» περιγράφει σχετικά, ενώ όποια κρατική χρηματοδότηση έως τώρα αφορούσε κυρίως τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες – ο ίδιος ανήκει στο ειδικό καθεστώς.

Βέβαια, όσο διαδεδομένη και αν ήταν η καλλιέργεια καρυδιάς την προηγούμενη δεκαετία, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται εγκατάλειψή της από ορισμένους παραγωγούς. «Βασικός λόγος είναι η ελλιπής ενημέρωση για το πραγματικό κόστος και τις απαιτήσεις» εκτιμά ο κ. Μπατσίλας, που τονίζει ότι για να είναι βιώσιμη η καλλιέργεια απαιτούνται τουλάχιστον 50-60 στρέμματα, με περίπου 14 δέντρα ανά στρέμμα.

«Η παραγωγή ξεκινά ουσιαστικά μετά τα 7 χρόνια και φτάνει σε ικανοποιητικό επίπεδο περίπου στα 10, γεγονός που προϋποθέτει παράλληλη οικονομική δραστηριότητα για να επιβιώσει κανείς. Οπότε όποιος θέλει να ασχοληθεί με την καρυδιά θα πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένος και να λάβει υπόψη όλα τα δεδομένα» αναφέρει καταληκτικά.

Η αγορά, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και οι σταθερές τιμές απέναντι στο αυξανόμενο κόστος

Η αγορά του καρυδιού στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει έντονες μεταβολές, με βασικό χαρακτηριστικό την αντίθεση ανάμεσα στην υψηλή ποιότητα του προϊόντος και στις πιέσεις που δέχονται οι παραγωγοί. Οπως επισημαίνει ο Γρηγόρης Μπατσίλας, «η παραγωγή κινείται κυρίως στην Ελλάδα, αλλά υπάρχει μια προσπάθεια να ανοίξουμε και αγορές στο εξωτερικό, κυρίως με ψίχα», υπογραμμίζοντας ότι η εξωστρέφεια αποτελεί ζητούμενο, χωρίς όμως να έχει αποδώσει τα αναμενόμενα.

INLINE3 · ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Την ίδια στιγμή, η καλλιέργεια καρυδιάς γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη. «Από το 2013 μέχρι το 2018 μπήκαν πάρα πολλοί νέοι παραγωγοί, η καλλιέργεια αυξήθηκε κατακόρυφα» αναφέρει, εξηγώντας ότι αυτή η επέκταση οδήγησε σε υπερπροσφορά τα επόμενα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή επηρέασε άμεσα τις τιμές, οι οποίες παραμένουν στάσιμες εδώ και πάνω από μία δεκαετία. «Από το 2012-2013 η τιμή για τον παραγωγό δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, ενώ το κόστος ανεβαίνει συνεχώς» τονίζει, οπότε για τους παραγωγούς δεν είναι απαραίτητα θετικό το πρόσημο.

Ποιοτικά ανώτερο από άλλα

Στο πεδίο του ανταγωνισμού, ο κ. Μπατσίλας ξεκαθαρίζει πως το ελληνικό καρύδι είναι ποιοτικά ανώτερο από το ουκρανικό, το βουλγαρικό και το μολδαβικό, επισημαίνοντας ωστόσο ότι «η Χιλή είναι ο βασικός ανταγωνιστής για τους Ελληνες παραγωγούς, γιατί έχει επίσης πολύ καλή». Παράλληλα, αναδεικνύει το ζήτημα των διεθνών συμφωνιών, σημειώνοντας: «Με τη συμφωνία Mercosur δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός, γιατί σε άλλες χώρες χρησιμοποιούνται πολύ φθηνότερα και πιο ισχυρά σκευάσματα, που απαγορεύονται στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Eνωση. Οπότε θα πρέπει να δουν οι αρμόδιοι το όλο θέμα και σε αυτή τη βάση».

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στο πρόβλημα των εισαγωγών και των ελληνοποιήσεων. «Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το προϊόν βαφτίζεται ελληνικό, κάτι που δημιουργεί στρέβλωση στην αγορά» επισημαίνει, προσθέτοντας ότι στην ψίχα ο καταναλωτής δύσκολα μπορεί να ξεχωρίσει την προέλευση. Ωστόσο, καταλήγει: «Οποιος γνωρίζει, επιλέγει το ελληνικό καρύδι γιατί είναι ανώτερο, και αυτό φαίνεται στην πράξη».

«Με τα προϊόντα της Dekagro είδαμε φοβερή βελτίωση στη δομή των φυτών»

Ο κ. Μπατσίλας αναφέρεται στη σημαντική βελτίωση που παρατήρησε τα τελευταία χρόνια στην καλλιέργειά του, έπειτα από τη χρήση εξειδικευμένων προϊόντων θρέψης και λιπασμάτων που παράγει η εταιρεία Dekagro.

Οπως τονίζει, «με τα προϊόντα της Dekagro είδαμε φοβερή βελτίωση στη δομή των φυτών και η επίδρασή τους ήταν άμεσα ορατή στην εικόνα του δέντρου». Την ίδια στιγμή, υπογραμμίζει ότι η χρήση λιπασμάτων και στοχευμένων σκευασμάτων δεν είχε επίδραση μόνο στην απόδοση, αλλά και στη συνολική υγεία της καλλιέργειας. «Δεν είδαμε μόνο σημαντική αύξηση στην παραγωγή, αλλά και φοβερή βελτίωση στη δομή του φυτού» αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι τα δέντρα έπαψαν να εμφανίζουν εικόνα καχεξίας και παρουσίασαν πιο ισορροπημένη ανάπτυξη.

Τα κορυφαία προϊόντα της αγοράς

Παράλληλα, κάνει λόγο για θετική εμπειρία από τη συνολική συνεργασία, σημειώνοντας ότι θεωρεί πως είναι από τα κορυφαία προϊόντα της αγοράς. Οπως τονίζει, φέτος η καλλιέργεια ενισχύθηκε περαιτέρω και με τη χρήση βιοδιεγερτών, στο πλαίσιο μιας πιο στοχευμένης προσέγγισης στη θρέψη και τη βελτίωση της φυτικής ανάπτυξης.

INLINE4 · ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κλείνοντας, εκφράζει την πρόθεση συνέχισης της συγκεκριμένης πρακτικής. «Ελπίζουμε να συνεχίσουμε με την Dekagro» αναφέρει χαρακτηριστικά!

Από τον καρπό στη μεταποίηση

Η διαδικασία μεταποίησης-τυποποίησης έχει απασχολήσει τα μέλη του Καρυδεώνα Μπατσίλα, με τον Γρηγόρη Μπατσίλα να δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον προς αυτή την κατεύθυνση. «Αυτό που κάναμε πριν από κάμποσα χρόνια ήταν να πάρουμε ένα συσκευαστήριο για ξηρό καρύδι. Είμαστε από τους πρώτους που έκαναν συσκευασία. Παράλληλα, έχουμε παραγάγει καρυδοβούτυρο, το οποίο έχουμε διαθέσει στην αγορά, ενώ έχουμε δοκιμάσει και την παραγωγή καρυδέλαιου. Για ψίχα, για να δημιουργήσεις ένα σπαστήριο, θα πρέπει να επενδύσεις ένα ποσό αρκετά μεγάλο, της τάξης των 50.000 ευρώ και άνω» σχολιάζει σχετικά.

Υψηλή παραγωγή

Σε επίπεδο παραγωγής, η Ελλάδα καταγράφει ανοδική πορεία, φτάνοντας περίπου τους 96.900 τόνους το 2024, που αποτελεί ιστορικά υψηλό επίπεδο, με τη χώρα να συγκαταλέγεται στους σημαντικούς παραγωγούς διεθνώς.

Σταθερά ψηλά στην Ευρώπη

Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των βασικών παραγωγών καρυδιού στην αγορά της Ε.Ε., με βασικές ζώνες τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ηπειρο και την Πελοπόννησο.

Υπάρχει έλλειψη

Η Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ελλειμματική σε καρυδόψιχα, καλύπτοντας μέρος των αναγκών, που παραμένουν σταθερά ψηλά, μέσω εισαγωγών από τρίτες χώρες.

ARTICLE_END · ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ