Αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει για το θέμα του γενετικού ελέγχου των ζώων Αυτόχθονων Ελληνικών Φυλών, οι οποίες σύμφωνα με ευρωπαϊκό κανονισμό είναι υπό προστασία.
Μέσω επαναλαμβανόμενων δημοσιευμάτων στον ηλεκτρονικό Τύπο έχει διαφανεί η πρόθεση του ΥΠΑΑΤ να επιφέρει αλλαγές στο ζήτημα του γενετικού ελέγχου, σπέρνοντας την ανησυχία σε φορείς εκπροσώπησης και συλλόγους της συγκεκριμένης κατηγορίας κτηνοτρόφων. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο συνεταιρισμός εκτροφέων μαύρου χοίρου «Μυρτάλη», μέχρι σήμερα και σύμφωνα με τον κανονισμό 2016/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικά με τους ζωοτεχνικούς και γενεαλογικούς όρους προβλέπεται ο έλεγχος από τα Κέντρα Γενετικής Βελτίωσης Ζώων (εφεξής ΚΓΒΖ). Για τη δράση και λειτουργία αυτών των κέντρων υπάρχει και ειδικό κονδύλι προκειμένου να καλύπτονται όλες οι ανάγκες που σχετίζονται με τον έλεγχο των Αυτόχθονων Φυλών και να υπάρχει πλήρης πιστοποίησή τους.
Με αφορμή το θόρυβο που υπήρξε από τη θανάτωση των αιγοπροβάτων της φυλής «Ρουμλούκι» στη Θεσσαλονίκη καθηγητές – στελέχη του ΑΠΘ με δηλώσεις τους ουσιαστικά προτείνουν ο τρόπος πιστοποίησης να αλλάξει προκειμένου να υπάρχει καλύτερος έλεγχος. Απέναντι σε αυτό το σκεπτικό, οι κτηνοτρόφοι που αντιδρούν αντιτείνουν ότι αν αλλάξει ο φορέας πιστοποίησης Αυτόχθονων Φυλών θα αλλάξει και ο προσανατολισμός των ελέγχων κι ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν σημαντικά ποσά που στηρίζουν τη Γενετική Βελτίωση τα οποία θα αλλάξουν κατεύθυνση και φορέα στον οποίον θα αποδίδονται.
Να σημειωθεί ότι ήδη το ΑΠΘ «τρέχει» πρόγραμμα Γενετικής Βελτίωσης του μαύρου χοίρου το οποίο ανέρχεται περίπου στα 511.000 ευρώ.
Τι δήλωσαν οι Αρσένος και Κεφάλας από ΑΠΘ και Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας
Ο κ. Αρσένος, καθηγητής στο ΑΠΘ έκανε δηλώσεις στο protothema.gr:
«Ειναι σημαντικό να διερευνηθεί ποιές τελικά είναι οι πραγματικές σπάνιες φυλές στην Ελλάδα, με συγκεκριμένες γενετικές μελέτες και έκδοση αντικειμενικής πιστοποίησης, ώστε οι επιδοτήσεις που δίνονται να τελμηριώνονται επιστημονικά και να μην έχουμε αντίστοιχα φαινόμενα με αυτά του ΟΠΕΚΕΠΕ.
«Διερεύνησα το θέμα της “φυλής Ρουμουλκίου” σε όλες τις διαθέσιμες βάσεις δεδομένων που έχω απο έρευνες στο γενετικό χαρακτηρισμό ελληνικών φυλών πρόβάτων και αιγών για τα τελευταία 25 χρόνια. Στη συνέχεια διερεύνησα όλη τη διαθέσιμη επιστημονική βιβλιογραφία σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά που αφορούν γενετικές μελέτες σε ελληνικές φυλές προβάτων.
»Σε καμία διαθέσιμη επιστημονική πηγή δεν βρήκα πληροφορίες που να πιστοποιούν την ύπαρξη αυτής της φυλής η οποία να βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα δηλαδή γενετικά (μεμονωμένο microsatellite / mtDNA / SNP ή WGS study που να αναφέρεται στη φυλή αυτή)
»Επομένως, η “φυλή” αυτή πιθανότερα βασίζεται σε καθαρά υποκειμενική εκτίμηση και εμφανώς έχει λάβει σχετική βεβαίωση από το Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης Νέας Μεσήμβριας που έχει την ευθύνη για τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Η βεβαίωση αυτή πιθανόν να είναι αρκετή για τις ανάγκες του ΥΠΑΑΤ για καταβολή επιδοτήσεων για “σπάνιες φυλές”, αλλά επιστημονικά δεν στέκει. Για να αποδεχτούμε σε επιστημονική βάση την ύπαρξη της φυλής πρέπει να μας δοθούν για έλεγχο τα γενετικά δεδομένα (DNA analysis) ώστε να ελεχθεί αν το γενετικό προφίλ των ζώων αυτού του κτηνοτρόφου «ομαδοποιείται» και αν διαφέρει από άλλες εγχώριες φυλές».
Με παρόμοιες αντιλήψεις εμφανίστηκε ο κτηνίατρος που είναι και αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Οικονομίας Κεντρικής Μακεδονίας, Γιώργος Κεφαλάς στον τηλεοπτικό σταθμό Mega:
«Ο κ. Θεοφίλου έχει πιστοποιητικό από ένα Κέντρο Γενετικής Βελτίωσης, υπάρχει όμως ένα γενικότερο πρόβλημα με τις σπάνιες φυλές. Έχω κάνει μία έρευνα, έχω βάλει τις κτηνιατρικές υπηρεσίες μας να το δουν. Δεν υπάρχει τα τελευταία 25 χρόνια γενετική μελέτη που να αναγνωρίζει τη συγκεκριμένη φυλή ή να αναφέρεται στη βιβλιογραφία ή να υπάρχουν γενετικά δεδομένα. Δεν είμαι γενετιστής, ούτε κτηνίατρος. Όμως η πρακτική που ξέρω εδώ και 40 χρόνια που ασχολούμαι με το επάγγελμα, λέει ότι όταν αναγνωρίζεις μια φυλή, αυτό βασίζεται σε ανάλυση DNA. Δεν έχει γίνει ανάλυση DNA στα συγκεκριμένα πρόβατα. Δεν έχουν απομονωθεί γενετικά χαρακτηριστικά που να τα διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα».
Η επιστολή του συνεταιρισμού «Μυρτάλη» προς το ΥΠΑΑΤ:
«Ερωτηματικά και αμφιβολίες εγείρει ο τρόπος με τον οποίο υποκινείται το θέμα, μετά και τα
τρία συνεχόμενα δημοσιεύματα, σχετικά με τη γενετική ταυτοποίηση dna σπάνιων αυτοχθόνων φυλών αγροτικών ζώων.
Θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως μία προσπάθεια απαξίωσης και υφαρπαγής της
πιστοποίησης των Κέντρων Γενετικής Βελτίωσης καθώς ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ζήτημα, δεν υφίσταται αλλά ούτε και προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό.
Στηρίζοντας αυτές τις προτάσεις και τα επιχειρήματα, οδηγούμαστε στην ιδιωτικοποίηση της πιστοποίησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο Κανονισμός 2016/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και υμβουλίου σχετικά με τους ζωοτεχνικούς και γενεαλογικούς όρους δεν προβλέπει κάτι τέτοιο.
Ευλόγως γεννάται η απορία αν εντέχνως τίθεται πράγματι θέμα ιδιωτικοποίησης της
πιστοποίησης;
Ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύεται το θέμα, οδηγεί στη σύγχυση και στην απαξίωση, ενέχοντας σοβαρούς κινδύνους στρέβλωσης για το σύστημα πιστοποίησης. Θα λειτουργήσει μακροπρόθεσμα εις βάρος ημών των ιδίων των κτηνοτρόφων και των αυτοχθόνων φυλών εν γένει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη βιοποικιλότητα, το περιβάλλον και την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.
Εκτός από τη διαχείριση του προγράμματος από τα Κέντρα Γενετικής Βελτίωσης Ζώων, θα έπρεπε να τους ανατεθεί και ο ρόλος του Προσανατολισμού, δίδοντας κατευθυντήριες οδηγίες και στήριξη σε όλες τις παραγωγικές εκτροφές και σε όλα τα στάδια, εντάσσοντας προγράμματα προώθησης και προβολής για τη στήριξή τους.
Οι αυτόχθονες φυλές είναι ανεκμετάλλευτος πλούτος. Η επένδυση και στήριξη στις
αυτόχθονες φυλές είναι επιλογή που διασφαλίζει την ποιότητα και την υψηλή διατροφική αξία παραγόμενων προϊόντων, την ευζωία των ζώων, τη συνεισφορά στο περιβάλλον που προάγεται μέσα από το ίδιο το μοντέλο εκτροφής και σε βάθος χρόνου τη διατήρηση των παραδόσεων μας.
Αυτού του είδους οι τοποθετήσεις δε προσθέτουν αλλά αφαιρούν και απειλούν με στρέβλωση τη δουλειά των τελευταίων 25 ετών που έχει γίνει για τη διάσωσή τους.
Ο τρόπος συμβολής για τη διάσωση, την διατήρησή τους, τη βιωσιμότητα και τη συνεισφορά του μοντέλου εκτροφής στο περιβάλλον αλλά και στις παραδόσεις μας δεν είναι οι αβάσιμες κατηγορίες και η αμφισβήτηση, που ίσως και λόγω διαφορετικών απόψεων εκφράζονται και διατυπώνονται με λάθος τρόπο, αλλά ο ειλικρινής και ανιδιοτελής διάλογος με επιχειρήματα.
Ναι μπορούν να γίνουν περισσότερα, όμως όχι με τη δυσφήμιση. Δηλώνουμε έτοιμοι να
καταθέσουμε τις προτάσεις μας οποτεδήποτε μας ζητηθεί.
Καλούμε το Υπουργείο, να στηρίξει τα ΚΓΒΖ και το υπάρχον σύστημα πιστοποίησης, με στελέχωση νέων ειδικοτήτων, αλλά και νέους ρόλους εντάσσοντας και εναλλακτικούς τρόπους ταυτοποίησης αλλά και δράσεις που θα υλοποιούνται αποκλειστικά από τα ΚΓΒΖ σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια, παραμένοντας με αυτόν τον τρόπο δημόσια, ώστε και τα αποτελέσματα να εγγυώνται την αποδοχή του συνόλου.
Καμία επίσημη αναγνώριση αποτελεσμάτων έρευνας που υλοποιείται από εξωγενείς φορείς και ιδιώτες και καμία άδεια σε αυτούς για πιστοποίηση αυτοχθόνων φυλών. Η πιστοποίηση τους πρέπει να παραμείνει δημόσια. ε καμία περίπτωση δε μπορεί να ιδιωτικοποιείται το γενετικό τους υλικό, καθώς αποτελούν κομμάτι της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, των φυσικών τοπίων του τόπου μας και των παραδόσεων του.
Πρέπει να διαφυλάσσεται όπως κληρονομήθηκε και να μεταβιβάζεται ανιδιοτελώς από γενιά σε γενιά, καθορίζοντας την ιστορία, τη ταυτότητα και τις παραδόσεις μας.
Η παρούσα αποτελεί ψήφισμα του συνόλου των μελών του συνεταιρισμού πλην ενός».