Ανησυχία επικρατεί στον κτηνοτροφικό κόσμο για νέο «φούντωμα» της ευλογιάς μετά τα τρία νέα κρούσματα που βρέθηκαν σε Σέρρες και Αρκαδία, με τις τοπικές ΔΑΟΚ να σημαίνουν συναγερμό.
Μάλιστα στις Σέρρες το πρόβλημα επανέρχεται έπειτα από 2 μήνες, ενώ στην Αρκαδία η ΔΑΟΚ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου τόσο για τα μέτρα βιοασφάλειας, όσο και για τη μετακίνηση των ζώων, καθώς όπως τονίζει μπορεί να αποτελέσουν αιτία διασποράς.
Το Υπουργείο στις 29/5 δήλωσε 3 εστίες μόλυνσης, ενώ κατόπιν προέκυψαν και αυτές οι 3 σε Σέρρες και Αρκαδία, με τους κτηνοτρόφους να έχουν ανησυχήσει πάρα πολύ, καθώς το καλοκαίρι ασκείται βόσκηση σε εξωτερικούς χώρους (σε πολλές περιοχές υπάρχει απαγόρευση), ενώ ο μη εγκλεισμός των ζώων μπορεί να αποτελέσει αιτία ευρείας διασποράς.
Αναλυτικά όσα επισημαίνει η ΔΑΟΚ Πελοποννήσου:
«Εφιστούμε και πάλι την προσοχή των κατόχων εκμεταλλεύσεων αιγοπροβάτων καθώς και των εμπλεκόμενων στο εμπόριο και στη διακίνησή τους εμπόρων, μεταφορέων ζώων και υπεύθυνων σφαγείων για την έγκαιρη ανίχνευση των συμπτωμάτων ευλογιάς που είναι υψηλός πυρετός, παρουσία εξανθημάτων, βλατίδων και εφελκίδων κόκκινου χρώματος με ιδιαίτερη εντόπιση στην κοιλιακή χώρα, στους μαστούς, στις μασχάλες, στο κεφάλι και στο κάτω μέρος της ουράς καθώς και για την άμεση ενημέρωση των κτηνιατρικών αρχών, με σκοπό την αποτροπή εξάπλωσης του νοσήματος.
Υπενθυμίζουμε ότι η νόσος της ευλογιάς είναι ιογενής, υποχρεωτικής δήλωσης, η οποία μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τον σχετικό ζωικό πληθυσμό και την αγροτική οικονομία της χώρας. Για την αντιμετώπισή της εφαρμόζεται σχέδιο αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης (Υ.Α. 1747/386028/ 05.08.2008 – ΦΕΚ 7121 Β΄, 18.12.2023), σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται θανάτωση όλων των ζώων των ευαίσθητων ειδών της εκμετάλλευσης άμεσα και επί τόπου, λόγω της υψηλής μεταδοτικότητας (κίνδυνος εξάπλωσης της νόσου σε άλλες εγκαταστάσεις με αιγοπρόβατα).
Η ευλογιά των προβάτων δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο. Οι ιδιοκτήτες εκμεταλλεύσεων αιγοπροβάτων θα πρέπει να αυξήσουν τα μέτρα βιοασφάλειας στις εκτροφές τους, ώστε να μειώσουν τις πιθανότητες εισόδου νοσημάτων σε αυτές, συμβάλλοντας και στην αποτροπή περαιτέρω διασποράς των νοσημάτων».
