ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κλωνάρης στον «Ε.Α.»: «Οι αγρότες στην Ελλάδα διαχειρίζονται μια μιζέρια»

Από την εφημερίδα «Έλληνας Αγρότης» που κυκλοφορεί

Συναντήσαμε τον καθηγητή Ευστάθιο Κλωνάρη στην Κεντρική Αγορά του Ρέντη – συμβολική αναμφίβολα τοποθεσία για να μιλήσει κανείς για την ελληνική αγροτική παραγωγή.

Μόλις είχε ολοκληρώσει μια εξαιρετική εισήγηση στο πλαίσιο του συνεδρίου «Plato’s Plate», για τη σύνδεση της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής με την τοπική γαστρονομία. Ο καθηγητής παρουσίασε μια ακτινογραφία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, η οποία δεν είναι απογοητευτική, αλλά δεν είναι κι αυτή που θα περιμέναμε ύστερα από 4,5 δεκαετίες ως μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας. Στο δεύτερο μέρος της συζήτησής μας, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και το αλαλούμ της «τεχνικής λύσης» μονοπώλησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, το ενδιαφέρον μας, με τον καθηγητή να μας εξηγεί πώς φτάσαμε στο αδιέξοδο, αλλά και πώς μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι, προσθέτοντας αξία στην πρωτογενή παραγωγή.

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
thanasis.antoniou67@gmail.com

Κύριε καθηγητά, στην εισήγησή σας αναφέρατε ότι στην Ελλάδα κάποιοι κλάδοι ζουν από τις επιδοτήσεις, π.χ. η βοοτροφία. Τι κάνουμε με αυτό;

Μπορούν οι επιδοτήσεις να δοθούν με διαφορετικό τρόπο. Στον στρατηγικό σχεδιασμό, εκείνο που είχαμε προτείνει ήταν να επιδοτηθούν οι σφαγές ζώων, να επιδοτηθεί το κρέας, αυτό που μας λείπει και είναι «πληγή» για το εμπόριο. Παρά την πρότασή μας, οι επιδοτήσεις δεν πέρασαν στο σφάγιο, αλλά στο αρχικό στάδιο, στη θηλάζουσα αγελάδα. Επιδοτούμε τις γεννήσεις, κι αυτό είναι προβληματικό. Ασφαλώς θέλουμε να συνεχιστούν οι επιδοτήσεις, διότι είναι σημαντικές για την αγροτική οικονομία, μπορούν όμως να δοθούν με διαφορετικό τρόπο.

Αναφέρατε ότι, μετά την πανδημία, αυξήθηκε το γεωργικό οικογενειακό εισόδημα και αποδώσατε την αύξηση αυτή στην αύξηση των τιμών πώλησης των αγροτικών προϊόντων.

Ο δείκτης εκροών αυξήθηκε με ταχύτερο ρυθμό από τον δείκτη εισροών. Οι τιμές που λάμβαναν οι παραγωγοί κάλυπταν το αυξημένο κόστος παραγωγής και τους άφηναν κέρδος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ελιά: στο ελαιόλαδο φτάσαμε ξαφνικά η τιμή καταναλωτή να είναι 10 ή και 12 ευρώ, όταν προηγουμένως η τελική τιμή στα ράφια ήταν 5 ή 6 ευρώ.

Αν οι τιμές των αγροτικών προϊόντων μειωθούν, κάτι που είναι γενική απαίτηση της ελληνικής κοινωνίας, θα μειωθεί και το μέσο γεωργικό οικογενειακό εισόδημα;

Σήμερα, οι παραγωγοί λαμβάνουν πολύ χαμηλές τιμές, π.χ. 2,5-3 ευρώ στο ελαιόλαδο, όταν το κόστος έχει παραμείνει σε υψηλά επίπεδα. Οι παραγωγοί δεν έχουν επωφεληθεί ιδιαίτερα, έχει όμως επωφεληθεί το λιανεμπόριο. Οταν λέμε για ολιγοπωλιακή διάρθρωση του λιανεμπορίου, μιλάμε στην ουσία για πέντε σούπερ μάρκετ.

Στην εισήγησή σας περιγράψατε μια κατανομή των ενισχύσεων που δημιουργεί ανισότητα και προκαλεί γκρίνια στον αγροτικό κόσμο.

Εχουν δίκιο οι αγρότες που διαμαρτύρονται, έτσι είναι όντως η κατάσταση. Υπάρχει έντονη ανισοκατανομή των επιδοτήσεων: το 30% των ενισχύσεων το λαμβάνει το 80% των δικαιούχων, και μιλάμε για ενισχύσεις οι οποίες κυμαίνονται κατά μέσο όρο στις 2.500-3.000 ευρώ. Διαχειρίζονται οι άνθρωποι αυτοί μια… μιζέρια. Αλλά υπάρχουν μεγάλοι παραγωγοί, περίπου το 20% των δικαιούχων, με πολύ μεγάλες εκτάσεις, οι οποίοι λαμβάνουν μεγάλες ενισχύσεις.

Γιατί συμβαίνει αυτό, κύριε καθηγητά;

Αυτό συμβαίνει διότι όλες οι επιδοτήσεις είναι εκταρικές: οι ενισχύσεις δίνονται ανά στρέμμα ή ανά κεφαλή ζώου, άρα όποιος έχει πολλά στρέμματα ή ζώα λαμβάνει πολλές ενισχύσεις.

Ποιος παράγοντας θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη στην κατανομή;

Θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη αυτό που η διεθνής βιβλιογραφία αποκαλεί «standard output», το οικονομικό μέγεθος της εκμετάλλευσης, δηλαδή το «πόσο αξίζει» πραγματικά μια εκμετάλλευση. Στην Ελλάδα, ο βασικός κορμός είναι μέχρι 25.000 ευρώ – εκεί ανήκει περίπου το 70% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και είναι αυτές που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη για επιδοτήσεις. Αρα, η επιδότηση δεν θα έπρεπε να συνδέεται μόνο με τη γη, αλλά να λαμβάνεται υπόψη το οικονομικό αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης. Το οικονομικό αποτέλεσμα ενσωματώνει έδαφος, κεφάλαιο, εργασία και διαχείριση, τις επιλογές δηλαδή του αγρότη στο τι θα καλλιεργήσει ή θα εκθρέψει. Αυτός όμως είναι ένας πολύπλοκος τρόπος για την Ε.Ε., με αποτέλεσμα να έχουμε οδηγηθεί σε μια πιο απλή λύση, «να τα βάλουμε όλα στη γη». Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια διεθνής συζήτηση, προκειμένου να βρεθεί ένας νέος τρόπος για να δοθούν οι ενισχύσεις – το αντιλαμβάνονται και στην Ε.Ε. ότι δεν λειτουργεί το μοντέλο με τη γη. Η εφαρμογή μιας τέτοιας λύσης θα είναι δύσκολη και θα προκύψει μεγάλο διοικητικό κόστος παντού στην Ευρώπη.

Κι άλλα προβλήματα; Είμαστε ήδη γεμάτοι προβλήματα…

Ο οργανισμός που ελέγχει τις ενισχύσεις εδώ είναι ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Αντιλαμβάνεστε, μετά και τα τελευταία γεγονότα, πόσο δύσκολο θα είναι να δίνονται οι επιδοτήσεις με ένα ακόμα πιο πολύπλοκο σύστημα. Στην Ελλάδα υπήρχε πάντα και συνεχίζει να υπάρχει ένα διοικητικό έλλειμμα. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης: ποτέ δεν τελειώσαμε στην ώρα που έπρεπε προγράμματα που είχαν διάρκεια πέντε έτη – τα συνεχίζαμε με τα «έργα γέφυρας». Σήμερα χρηματοδοτούμε ακόμα μέτρα της περιόδου 2014-2020!

«Οφείλουμε να συνεχίσουμε τη διεκδίκηση ενισχύσεων»

«Το θέμα είναι προς τα πού θα κατευθυνθούν και με ποιον τρόπο, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικές»

Ο Ευστάθιος Κλωνάρης είναι από αυτούς που γνωρίζουν καλά το πώς και το γιατί φτάσαμε στο αδιέξοδο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Παράλληλα, έχει διαφορετική γνώμη για το πώς μπορεί να αναπτυχθεί η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα, προκειμένου με μέση αγροτική εκμετάλλευση να ξεφύγει από τη μέγγενη της ανασφάλειας και να κερδίσει τη βιωσιμότητά της.

Αφού μας εξηγεί συνοπτικά πώς φτάσαμε ως χώρα στο αδιέξοδο του ΟΠΕΚΕΠΕ με τις κινήσεις τις περιόδου 2015-2019 και την αδράνεια που ακολούθησε, προτείνει μια λύση ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, η οποία μπορεί να προσθέσει περίπου 2,4 δισ. ευρώ στο ελληνικό ΑΕΠ.

Κύριε καθηγητά, πώς φτάσαμε στο αδιέξοδο του ΟΠΕΚΕΠΕ;

Εχει να κάνει με τη γνωστή «τεχνική λύση». Την περίοδο 2013-2014 έπρεπε να έχουμε γεωργική έκταση για να κατεβάσουμε τον μέσο όρο των ενισχύσεων από 58 ευρώ/στρέμμα, που ήταν μέχρι τότε, και να τον φέρουμε κοντά στον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Υπήρχε ο μεγάλος κίνδυνος απώλειας ενισχύσεων, τις οποίες διεκδικούσαν οι πρώην ανατολικές χώρες, που ζητούσαν κάτι λογικό: η επιδότηση να είναι η ίδια σε όλη την Ευρώπη ανά στρέμμα. Η Ελλάδα έπρεπε να εμφανίσει γη. Τότε δηλώσαμε ως γεωργικές εκτάσεις περιοχές οι οποίες περιείχαν ξυλώδη έκταση, περιοχές με δάση και πουρνάρια. Οι δασολόγοι προσέφυγαν στο ΣτΕ, θεωρώντας ότι αυτό δεν είναι γεωργική έκταση, αλλά δασική. Κέρδισαν, οι εκτάσεις απεντάχθηκαν, στη χώρα μας επιβλήθηκε πρόστιμο από την Ε.Ε. και ξαφνικά χάθηκε γεωργική γη. Από εκεί που είχαμε δηλώσει 50 εκατ. στρέμματα, πέσαμε στα 30 εκατ. στρέμματα. Εκείνη την περίοδο άλλαξε ο ορισμός του «βοσκοτόπου» και περιλαμβάνονταν στον ορισμό εκτάσεις οι οποίες κατά 40% μπορούσαν να έχουν ξυλώδη έκταση – δάση, πουρνάρια, βράχοι κ.λπ. Το 2015, όταν ξεκίνησε η «τεχνική λύση», επειδή δηλώναμε αρκετό ζωικό κεφάλαιο -το αν υπήρχε είναι άλλη συζήτηση-, έπρεπε να βρούμε και την αντίστοιχη γη. Το πρόβλημα ήταν έντονο στη νησιωτική χώρα, όπου υπήρχε μεγάλο ζωικό κεφάλαιο χωρίς την απαιτούμενη έκταση. Η «τεχνική λύση» ήταν ένα προσωρινό τέχνασμα, έτσι ώστε να μη χαθούν οι ενισχύσεις. Οταν δικαιωθήκαμε το 2019 στο Διεθνές Δικαστήριο, όπου είχαμε προσφύγει για το πρόστιμο, και οι εκτάσεις που είχαν χαθεί «επέστρεψαν» -περίπου 20 εκατ. στρέμματα-, προέκυψε ένα πρόβλημα: η συνέχιση του τεχνάσματος της «τεχνικής λύσης», ενώ είχαμε πλέον τις απαιτούμενες εκτάσεις. Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς διαχειριστήκαμε αυτά τα χρόνια το ζήτημα των εκτάσεων σε σχέση με τις επιδοτήσεις.

Στα νησιά το πρόβλημα δεν παραμένει;

Οχι, γιατί με τον νέο Κανονισμό αυτά που θεωρούνται ως βράχοι ή βραχώδεις εκτάσεις θα γίνονταν χρησιμοποιούμενη γεωργική γη, άρα βοσκότοπος, άρα το πρόβλημα θα είχε λυθεί… Τα είδα όλα αυτά από κοντά, καθώς υπήρξα επιστημονικός υπεύθυνος για τη σύνταξη του Στρατηγικού Σχεδίου για την ΚΑΠ 2023-2027 – το παραδώσαμε το 2023. Δεν δώσαμε λύσεις, δεν μπορούσαμε να δώσουμε λύσεις, καθώς το στρατηγικό σχέδιο κατατέθηκε από την κυβέρνηση της Ελλάδας.

Αναφέρατε ότι στην Ελλάδα πρέπει να αυξηθεί η αγροτική παραγωγικότητα από το 60% στο 80%. Τι εννοείτε με τον όρο «αγροτική παραγωγικότητα»;

Αναφέρομαι στην οικονομική παραγωγικότητα και είναι ένας όρος που μας δείχνει πόσο παραγωγικές είναι οι εκμεταλλεύσεις και ο αγροτικός τομέας συνολικά. Στο στρατηγικό σχέδιο που είχαμε εκπονήσει είχαμε προσδιορίσει πόση είναι η παραγωγικότητα της Ελλάδας – είναι περίπου στο 60%, με την έννοια ότι το 100% εκφράζει την απόλυτη αποτελεσματικότητα σε ό,τι κάνουμε. Υπάρχει περιθώριο ανάπτυξης. Πρέπει να λάβουμε υπόψη την απόδοση του εδάφους, το πώς διαχειριζόμαστε τους πόρους, το πώς διαχειριζόμαστε την εργασία κ.ά. Αν ως χώρα ανέβουμε 20 μονάδες -μπορεί να γίνει με καλύτερη διαχείριση-, θα πάμε από τα 11,5 δισ. ευρώ που παράγει σήμερα ο τομέας με την υπάρχουσα παραγωγικότητα σε επιπλέον 2,4 δισ. ευρώ τον χρόνο ως αξία πρωτογενούς παραγωγής, σε γεωργία και κτηνοτροφία.

Μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει αλλάξει η συζήτηση για τις επιδοτήσεις στην κτηνοτροφία. Πιστεύετε ότι θα πρέπει να αλλάξουν κάποια πράγματα;

Εμείς οφείλουμε να συνεχίσουμε τη διεκδίκηση ενισχύσεων -είναι κάτι που συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη-, δεν θα απολέσουμε αυτό το δικαίωμά μας. Το θέμα όμως είναι προς τα πού θα κατευθυνθούν και με ποιον τρόπο, ώστε να είναι πιο αποτελεσματικές.

*Ο Ευστάθιος Κλωνάρης έχει πτυχίο γεωπόνου από τη Σχολή Γεωτεχνικών Επιστημών του ΑΠΘ (1990) και MSc in Food & Agricultural Economics και PhD από το Πανεπιστήμιο του Reading. Διετέλεσε πρόεδρος του Τμήματος Αγροτικής Οικονομίας & Ανάπτυξης του Γεωργικού Πανεπιστημίου Αθηνών και αναπληρωτής κοσμήτορας της Σχολής Εφαρμοσμένων Οικονομικών & Κοινωνικών Επιστημών, διευθυντής του Εργαστηρίου Αγροτικής Πολιτικής και Συνεταιρισμών (μέχρι σήμερα). Εχει διατελέσει εθνικός εκπρόσωπος στη διαπραγμάτευση της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (2003) και επιστημονικός υπεύθυνος του Στρατηγικού Σχεδίου για την ΚΑΠ 2023-2027.