Θα βρεθείτε εκεί όπου οι «ακρίτες» καλυβιέρηδες αναμετριούνται με τα καιρικά φαινόμενα, με τα σμήνη των κουνουπιών όταν εμφανίζονται, με την προκλητικότητα των γειτόνων, με τις πλημμύρες ή την ξηρασία, με τις ζημιές από τα φερτά κούτσουρα του ποταμού στα δίχτυα και τον εξοπλισμό τους. Εκεί όμως η «καλημέρα» έχει νόημα, ένα ποτήρι κρασί σβήνει θλίψεις, ταλαιπωρία και μοναξιά, ο ένας νοιάζεται για τον άλλον και τον συνδράμει. Περί τις 180 οι καλύβες και κάπου 300 άνθρωποι εκεί ζουν, μαστορεύουν, βιοπορίζονται, παλεύουν για ένα μεροκάματο, κρατώντας τα σύνορα, με τις ελληνικές σημαίες να κυματίζουν σε όλα τα πρόχειρα κατασκευάσματα που είναι τα στέκια τους. Που είναι ο δικός τους μικρόκοσμος, το απάγκιο της ζωής σε εποχές δύσκολες. Σε εντάσεις με τη γειτονική χώρα, που η ηγεσία της εργαλειοποίησε, τον Μάρτιο του 2020, το Μεταναστευτικό, αλλά βρήκε μπροστά της έναν ντόπιο πληθυσμό αποφασισμένο να προασπίσει τα σύνορα της Ελλάδας και της Ευρώπης. Μια Πολιτεία που επαγρυπνεί με τον Στρατό, τη Συνοροφυλακή, τη Frontex, με το έμψυχο δυναμικό της που εμπλουτίζεται διαρκώς και με την υλικοτεχνική υποδομή και τον στόλο της που εξασφαλίζουν την ετοιμότητά της. Η πρώτη καλύβα φτιάχτηκε το 1959 με σάζια (καλάμια) από τους ψαράδες, προκειμένου να διανυκτερεύουν εκεί. Είναι όλες φτιαγμένες πριν από το 1975. Δημιουργήθηκαν προκειμένου να μπορούν οι ψαράδες να δουλεύουν με τα ψάρια. Ο δρόμος μέχρι το δέλτα είναι 23 χιλιόμετρα χωματόδρομος. Δεν είναι δυνατόν να μπαίνουν και να βγαίνουν συνέχεια, προκειμένου να πάνε στη δουλειά τους. Φυσικά, παίζουν σημαντικό ρόλο και στη φύλαξη των συνόρων, με τους καλυβιέρηδες. Αυτοί ειδοποιούν την Αστυνομία και τον Στρατό αν γίνει κάτι μέσα στο δέλτα. Κάθε προσπάθεια να εκδιωχθούν από τον τόπο τους, λοιπόν, αποτελεί υπονόμευση των εθνικών μας ιδεωδών.