Από την εφημερίδα «Έλληνας Αγρότης» που κυκλοφορεί
Η Δρ Χριστίνα Λίγδα, διευθύντρια ερευνών στο Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών Θεσσαλονίκης και ο καθηγητή Κτηνιατρικής στο ΑΠΘ, Γεώργιου Αρσένου, ανταλλάσσουν «πυρά»
ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΝΤΩΝΟΥ
thanasis.antoniou67@gmail.com
Η Δρ Χριστίνα Λίγδα, διευθύντρια Ερευνών (Τομέας Γενετικής Βελτίωσης Αγροτικών Ζώων) στο Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών Θεσσαλονίκης, ένα από τα σπουδαία ερευνητικά κέντρα του ΕΛΓΟ «Δήμητρα», πραγματοποίησε μέσω επιστολής παρέμβαση στη δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών σχετικά με τη σωτηρία των αυτόχθονων φυλών.
Αφορμή υπήρξε το βίντεο που δημοσιοποίησε ο συντετριμμένος κτηνοτρόφος Κώστας Θεοφίλου από το Μικρό Μοναστήρι Θεσσαλονίκης (πρωτοσέλιδο «Ελληνα Αγρότη» της 11ης Δεκεμβρίου), που είδε το κοπάδι του να σφαγιάζεται και αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας από τη στενοχώρια του, αλλά και η συνακόλουθη παρέμβαση του καθηγητή Κτηνιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Γεώργιου Αρσένου.

Τι αναφέρει ο καθηγητής του ΑΠΘ
Ο τελευταίος με επιστολή του προς το ΥΠΑΑΤ, η οποία δημοσιοποιήθηκε στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας, αμφισβήτησε την ύπαρξη της φυλής Ρουμλουκίου, των ζώων δηλαδή που διατείνεται ότι εκτρέφει ο κτηνοτρόφος Κώστας Θεοφίλου. Σύμφωνα με τον καθηγητή, έναν εκ των κορυφαίων του κλάδου της κτηνιατρικής στην Ελλάδα, «κατά την ανασκόπηση των διαθέσιμων επιστημονικών πηγών και την εξέταση της διεθνούς βιβλιογραφίας, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν επαρκή αντικειμενικά γενετικά δεδομένα (όπως microsatellite panels, mtDNA haplotypes, SNP datasets ή ολοκληρωμένες GWAS μελέτες) που να τεκμηριώνουν με σαφήνεια και επιστημονική εγκυρότητα την ύπαρξη και τη γενετική διαφοροποίηση πολλών από τις φυλές που χαρακτηρίζονται ως σπάνιες ή αυτόχθονες στη χώρα μας. Για παράδειγμα, αναφέρομαι στη φυλή Ρουμλουκίου, για την οποία έχει γίνει εκτενής αναφορά πρόσφατα στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Θα ήθελα να επισημάνω ότι η απουσία αντικειμενικής τεκμηρίωσης αποτελεί ουσιώδες κενό τόσο ως προς τη βιολογική/γενετική πιστοποίηση των φυλών όσο και ως προς την αξιοπιστία των διοικητικών διαδικασιών που σχετίζονται με τη διατήρηση, στήριξη και επιδότησή τους με χρηματοδοτήσεις που προέρχονται είτε από εθνικούς είτε από ευρωπαϊκούς πόρους».
Μετά τη δημοσιοποίηση της επιστολής του κ. Αρσένου, με την οποία αμφισβητείται η ύπαρξη φυλών και σχολιάζεται το καθεστώς επιδότησής τους, που πράγματι επιτρέπει σε συγκεκριμένες κατηγορίες παραγωγών να έχουν ένα ετήσιο εισόδημα για την επιβίωσή τους, η δρ Χριστίνα Λίγδα, με μεγάλη εμπειρία στο ζήτημα των ζωικών γενετικών πόρων, έδωσε και αυτή στη δημοσιότητα ανάλογη επιστολή. Το περιεχόμενό της είναι κατά τι διαφορετικό και, πάντως, στοχεύει στην αφύπνιση της Πολιτείας για το ζήτημα των αυτόχθονων φυλών.
Σύμφωνα με την δρα Χριστίνα Λίγδα, η ποικιλομορφία των τοπικών φυλών αγροτικών ζώων επιτρέπει την επιλογή των κατάλληλων φυλών ή την ανάπτυξη νέων τύπων που ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. «Οι εγχώριες φυλές αποτελούν ζωντανή έκφραση της πολιτισμικής και αγροτικής μας κληρονομιάς, είναι προσαρμοσμένες στο περιβάλλον και στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Η απώλειά τους δεν σημαίνει μόνο γενετική φτωχοποίηση, αλλά και υπονόμευση της ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας της κτηνοτροφίας. Η συστηματική καταγραφή, η παρακολούθηση (γενεαλογικά βιβλία) και η επιστημονική μελέτη των φυλών αυτών είναι θεμελιώδεις στρατηγικές για την επιβίωση και την αναβίωση φυλών που απειλούνται ή έχουν ήδη θεωρηθεί εξαφανισμένες» επισημαίνει στην επιστολή της.
Η ερευνήτρια του ΕΛΓΟ «Δήμητρα» υποστηρίζει ότι η φαινοτυπική τεκμηρίωση αποτελεί βασική διαδικασία για την καταγραφή και ανάλυση των χαρακτηριστικών μιας φυλής. «Η γενετική τεκμηρίωση με σύγχρονες μοριακές μεθόδους (SNPs, μικροδορυφόρους, αλληλούχιση DNA) αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση της γενετικής δομής, της συγγένειας και της ποικιλομορφίας μιας φυλής, συμπληρώνοντας τον φαινοτυπικό χαρακτηρισμό, και συμβάλλουν στη διαχείριση πληθυσμών» γράφει σχετικά.
Η κυρία Λίγδα έχει κατ’ επανάληψη τονίσει ότι η χώρα μας πρέπει να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη φροντίδα τις αυτόχθονες/σπάνιες φυλές αγροτικών ζώων και οι επισημάνσεις της έχουν καταγραφεί πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η ευλογιά, που αυτή τη στιγμή «θερίζει» το ζωικό κεφάλαιο της χώρας. Σήμερα όμως, όπως επισημαίνει, «η συγκυρία της ευλογιάς καθιστά επιτακτική την αξιολόγηση της οργανωτικής ετοιμότητας της χώρας για την προστασία των εγχώριων φυλών. Πρέπει να εντοπιστούν τα κενά, να ενισχυθούν οι μηχανισμοί καταγραφής και συντονισμού, και να δρομολογηθούν δράσεις, όπως θεσμοθέτηση και οργάνωση τράπεζας ζωικού γενετικού υλικού».
«Η πρακτική βεβαίωσης δεν ανταποκρίνεται σε διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρωτόκολλα γενετικής αναγνώρισης»
Στην επιστολή του, ο καθηγητής Γεώργιος Αρσένου αναφέρει ότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων των «σπάνιων» φυλών, η υφιστάμενη διαδικασία βεβαίωσης από αρμόδιους φορείς, δηλαδή τα Κέντρα Ζωικών Γενετικών Πόρων της Διεύθυνσης Ζωικών Γενετικών Πόρων & Κτηνοτροφικών Εγκαταστάσεων του ΥΠΑΑΤ, θεωρείται επαρκής για τις ανάγκες εφαρμογής των προγραμμάτων ενίσχυσης και καταβολής επιδοτήσεων. «Εντούτοις, θα ήθελα να τονίσω ότι η πρακτική αυτή δεν ανταποκρίνεται σε διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρωτόκολλα γενετικής αναγνώρισης φυλών» επισημαίνει και συνεχίζει: «Η σύγχρονη διαχείριση ζωικών γενετικών πόρων προϋποθέτει τεκμηριωμένα, αντικειμενικά και δημοσιευμένα δεδομένα, που επιτρέπουν σαφή διάκριση φυλών, εκτίμηση ενδοφυλετικής ποικιλότητας και καταγραφή γενετικών αποστάσεων μεταξύ τους».
Οπως είναι αντιληπτό από τα σχόλια του καθηγητή Κτηνιατρικής, υπάρχει δυστυχώς και στον τομέα αυτόν μια «γκρίζα» ζώνη, την οποία ούτε το κράτος επιχειρεί να διαλευκάνει ούτε οι κτηνοτρόφοι μπορούν να αντιμετωπίσουν, ειδικά αυτό το διάστημα που τα εισοδήματά τους απειλούνται από τις ζωονόσους.
Στην επιστολή της, η δρ Χριστίνα Λίγδα επισημαίνει ότι η δημιουργία του προφίλ μιας φυλής προκύπτει από την ολοκληρωμένη ανάλυση φαινοτυπικών και γενετικών χαρακτηριστικών, συνδυάζοντας δεδομένα για την ακριβή περιγραφή και επιστημονική αναγνώριση κάθε φυλής. «Η μελέτη της γενετικής βάσης και η αξιολόγηση της επίδρασης των γονιδίων βοηθούν στην επιλογή ζώων για αναπαραγωγή, ενώ το προφίλ αυτό διευκολύνει τη διατήρηση και εμπορική αξιοποίηση των προϊόντων της φυλής σε εθνικό και διεθνές επίπεδο».
Το ζήτημα έχει ασφαλώς απασχολήσει και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Οπως ενημερώνει τους αποδέκτες της επιστολής της η κυρία Λίγδα, οι διεθνείς οργανισμοί, όπως ο FAO, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Τεκμηρίωσης (ERFP) και το Κέντρο Αναφοράς της Ε.Ε. για τις απειλούμενες φυλές (ERC-EAB), στο πλαίσιο του ρόλου τους, διαμορφώνουν συστάσεις για την αποτελεσματική διαχείριση των ζωικών γενετικών πόρων (χαρακτηρισμό, τεκμηρίωση, διατήρηση). «Η πιστοποίηση και η επίσημη αναγνώριση των φυλών με βάση τις διεθνείς συστάσεις και τους σχετικούς κανονισμούς της Ε.Ε. [Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1012] είναι ευθύνη κάθε χώρας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αρμόδια Αρχή είναι το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και η Διεύθυνση Ζωικών Γενετικών Πόρων» αναφέρει.

Διαφοροποίηση και για τη φυλή Ρουμλουκίου
Οσον αφορά το επίδικο ζήτημα, για το οποίο φαίνεται πως υπάρχει διάσταση απόψεων, η δρ Χριστίνα Λίγδα διαφοροποιείται από τον καθηγητή του ΑΠΘ Γεώργιο Αρσένο. «Η φυλή Ρουμλουκίου αναφέρεται στη βιβλιογραφία (Χατζηόλος 1940, Δημητριάδης 1956, Καραντούνιας 1968, Χατζημηνάογλου 2001) και καταγράφεται στη δεκαετία του 1990 ως εξαφανισμένη (μετά τις εκτεταμένες και ανεξέλεγκτες διασταυρώσεις από τη δεκαετία του 1960). Αυτό πρακτικά μπορεί να σημαίνει ότι υπήρχαν διάσπαρτα άτομα με τον φαινότυπο της φυλής, τα οποία διατηρούσαν κτηνοτρόφοι και εντοπίστηκαν. Σταδιακά δημιουργήθηκε το κοπάδι με παρακολούθηση και οδηγίες από το Κέντρο ΖΓΠ Νέας Μεσήμβριας» αναφέρει. Παράλληλα, υποστηρίζει η ερευνήτρια, έπρεπε να προγραμματιστούν συμπληρωματικές ενέργειες (διατήρησης ex situ), γιατί το ένα κοπάδι δεν διασφαλίζει τη διατήρηση της φυλής, όχι μόνο για λόγους γενετικής (ομομειξία και μειωμένη γενετική παραλλακτικότητα), αλλά και για κοινωνικούς λόγους (ενδεχόμενη εγκατάλειψη του επαγγέλματος) ή έκτακτα γεγονότα (πλημμύρες, ασθένειες). «Η απάντηση στο γιατί δεν προχώρησαν ακόμη αυτές οι δράσεις βρίσκεται στην πολυδιάσπαση, στον κατακερματισμό αρμοδιοτήτων και στην αποδυνάμωση δημόσιων υποδομών» σχολιάζει η ερευνήτρια του ΕΛΓΟ «Δήμητρα».
Η επιστολή της κλείνει με δύο σοβαρές επισημάνσεις, δύο διοικητικά κατά κάποιον τρόπο «αιτήματα»: «Απαιτείται μακροχρόνια δέσμευση και σταθερή χρηματοδότηση δράσεων ενταγμένων σε μια εθνική στρατηγική για τη διαχείριση των ζωικών γενετικών πόρων. Η καταγραφή, ο χαρακτηρισμός, η παρακολούθηση και η επιστημονική μελέτη των φυλών αγροτικών ζώων αποτελούν αναγκαίες και αλληλοσυμπληρούμενες στρατηγικές για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, την ενίσχυση της αγροτικής οικονομίας και τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς».
Επίσης, η Χ. Λίγδα ζητά ενίσχυση των υπηρεσιών και υποδομών του ΥΠΑΑΤ, και των φορέων του «για την ουσιαστική επιστημονική και τεχνική στήριξη των κτηνοτρόφων, την αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούν τους μηχανισμούς καταγραφής δεδομένων και ενοποίησης των σχετικών βάσεων, τη στήριξη των ενώσεων των εκτροφέων και τη συντονισμένη αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών της γενετικής και της αναπαραγωγής».