Από την εφημερίδα Έλληνας Αγρότης που κυκλοφορεί
Οι επιδοτήσεις είναι μεν αναγκαίες, αλλά οι κτηνοτρόφοι συντάσσονται με τους καλλιεργητές, τονίζοντας ότι το να παράγει κανείς έχει γίνει πολύ κοστοβόρο και πλέον δεν είναι σε θέση πολλοί να παραμείνουν στον πρωτογενή τομέα
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ
trimmis.chrys@gmail.com
Εχοντας έρθει οι αιγοπροβατοτρόφοι αντιμέτωποι με τις ζωικές νόσους και οι αγελαδοτρόφοι με τις συνέπειες του αυξημένου κόστους του τελικού προϊόντος για τους καταναλωτές, οι φωνές για ουσιαστική στήριξη της κτηνοτροφίας, όχι μόνο με πληρωμές και καταβολή των ενισχύσεων από την κυβέρνηση, είναι το ζητούμενο πλέον. Αυτό τονίζει, μιλώντας στον «Ε.Α.», ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, Δημήτρης Μόσχος, που περιγράφει όλα τα ζητήματα που αφορούν τις ενισχύσεις, τις πληρωμές προηγούμενων ετών, τον έλεγχο των δηλωθέντων, καθώς και το κόστος παραγωγής.
Με τους κτηνοτρόφους να συμμετέχουν στις αγροτικές κινητοποιήσεις, ο κ. Μόσχος δεν άφησε ασχολίαστες τις δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη περί αυξημένων φέτος επιδοτήσεων για τους παραγωγούς, την ώρα που όλοι περίμεναν να δουν τι θα γίνει με τις πληρωμές, ενώ παραμένουν οφειλές από το προηγούμενο έτος.
«Περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει, αλλά υπάρχουν θέματα με πληρωμές οι οποίες δεν έχουν γίνει από την προηγούμενη χρονιά. Αν σας χρωστάω εγώ μία χρονιά ολόκληρη το προηγούμενο διάστημα και σας πληρώσω φέτος, είναι λογικό ότι θα πάρετε πολύ περισσότερα λεφτά. Οταν εμείς ξέρουμε ότι η βασική ήταν κοντά στα 560 εκατομμύρια και τώρα ξαφνικά μιλά για 300, λείπει το 35%. Δεν ξέρουμε ποιοι κόβονται και πώς κόβονται, γιατί από αυτό που έχει ανακοινωθεί δεν φαίνεται πραγματικά τι ακριβώς γίνεται» σχολιάζει ο κ. Μόσχος.
Για τη συνδεδεμένη ενίσχυση στο τριφύλλι και άλλες ζωοτροφές, ο κ. Μόσχος σημείωσε ότι η εφαρμογή τού monitoring έχει οδηγήσει σε αποκλεισμούς εκτάσεων χωρίς επαρκή ενημέρωση. Οπως ανέφερε, δεν δίνεται δυνατότητα ένστασης, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις όπου φέτος ζητούνται αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. Υπογράμμισε επίσης ότι δεν έχουν δοθεί απαντήσεις για τις εκκρεμότητες προηγούμενων ετών, παρά μόνο αναφορές σε συγκεκριμένα προγράμματα, όπως το Κομφούζιο.
Ο πρόεδρος του ΣΕΚ στέκεται στο θέμα του αυξημένου κόστους παραγωγής, επισημαίνοντας ότι αποτελεί βασικό εμπόδιο για τη βιωσιμότητα της αγροτικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας. «Δεν είναι το ζητούμενο μόνο η επιδότηση. Το μεγάλο ζητούμενο είναι ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο με το κόστος παραγωγής, στο οποίο δεν μπορείς να αντεπεξέλθεις. Πάρτε για παράδειγμα τα λιπάσματα: φέτος έχουν ανέβει 25% το τελευταίο διάστημα, συν μία αύξηση που πήραν πέρυσι 20%. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχουν ανέβει 100%» περιγράφει χαρακτηριστικά ο κ. Μόσχος, τονίζοντας ότι η επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη για τους παραγωγούς, ενώ τρέχουν και τα έξοδα ασφάλισης στον ΕΛΓΑ. «Ενα σημαντικό τμήμα των ενισχύσεων κατευθύνεται στον ΕΛΓΑ για την ασφαλιστική εισφορά (περίπου 80-90 εκατ. ευρώ), ενώ άλλο ποσοστό 20%-25% απορροφάται από τοκοχρεολύσια, μειώνοντας περαιτέρω το καθαρό εισόδημα των παραγωγών» τονίζει και συμπληρώνει: «Αν πάρει ένας γεωργός, ένας κτηνοτρόφος 250-300 ευρώ, πώς θα τα βγάλει πέρα, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα 300 τόσα εκατομμύρια για όλους τους παραγωγούς είναι ποσά 600-700 ευρώ;»
Τι γίνεται με τα χρωστούμενα; Τι λέει ο πρόεδρος του ΣΕΚ
Ομως, τι γίνεται με τα χρωστούμενα; Ο πρόεδρος του ΣΕΚ αναφέρθηκε σε περιπτώσεις πολυετών εκκρεμοτήτων σε οφειλόμενες ενισχύσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα παραγωγών που δεν έχουν πληρωθεί από το 2016, παρά τη συνεχή υποβολή δηλώσεων ΟΣΔΕ, στους οποίους σε ορισμένες περιπτώσεις οφείλονται τεράστια ποσά!
«Ο κ. Χατζηδάκης δεν απάντησε τι θα γίνει με αυτά που οφείλει η Πολιτεία, γιατί έχουμε συναδέλφους που τους οφείλει από το 2016. Για κάποιους λόγους, όλα τα προηγούμενα χρόνια, είτε από ελέγχους είτε από αστοχίες του συστήματος, κάποιοι συνάδελφοι, από το 2016 που έχει γίνει η τελευταία πληρωμή του 2015 μέχρι σήμερα, δεν πληρώνονται κάθε χρόνο τις επιδοτήσεις αυτές. Υπάρχει συνάδελφος που κάνει δήλωση ΟΣΔΕ, αλλά δεν πληρώνεται όλα αυτά τα χρόνια, και του οφείλονται 150.000 ευρώ» κατέληξε, περιμένοντας και ο ίδιος, αλλά κι αυτοί που έχουν λαμβάνειν ουσιαστικές απαντήσεις, αλλά και έμπρακτες λύσεις.