Εκτός επιδοτήσεων θέτει από δω και μπρος το ΥΠΑΑΤ όσους δηλώνουν ως μόνο αγροτικό εισόδημα τις ενισχύσεις από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους, βάζοντας έτσι στο στόχαστρο τη μικρή παραγωγή που έχει ως βασικό προορισμό την οικιακή χρήση.
Μέχρι και πέρσι επιδοτούνταν όποιος δήλωνε αγροτική έκταση προς ενίσχυση (γιατί δεν είναι όλες επιδοτούμενες) ασχέτως μεγέθους παραγωγής, αλλά και το που κατέληγε αυτή η παραγωγή. Έτσι ακόμα και το κρασί ή το σταφύλι της χρονιάς να έβγαζε κάποιος λόγω ατυχίας, ή λόγω μικρής παραγωγής ήταν δυνατό να εισπράξει ένα ποσό. Επομένως είχε κέρδος και όφελος να καλλιεργήσει και την επόμενη σεζόν να πάρει λιπάσματα και να κάνει όλη τη μελέτη προκειμένου να εξελιχθεί. Υποτίθεται ότι οι επιδοτήσεις μεταξύ άλλων είχαν και αυτόν τον ρόλο και όχι μόνο εκείνον της αποζημίωσης.
Με τα νέα δεδομένα και σύμφωνα με τις δηλώσεις Τσιάρα ότι θα τεθεί εκτός ενισχύσεων όποιος δηλώνει ως μόνο αγροτικό έσοδο την επιδότηση ελάχιστοι θα έχουν το μεράκι να καλλιεργήσουν ξανά. Ο ΥΠΑΑΤ δεν έθεσε καν κάποιο όριο ποσόστωσης, αποκλείοντας όλους τους μικροπαραγωγούς που έχουν ως πρώτο μέλημα την οικογενειακή αυτάρκεια και σε δεύτερο χρόνο τις πωλήσεις κυρίως σε κοντινά πρόσωπα.
Θα περισσέψουν εκτάσεις και θα χαθεί ο έλεγχος της παραγωγής
Όταν ακούει κάποιος τα παραπάνω δεδομένα μπορεί να υποθέσει ότι οι επιδοτήσεις θα πάνε μόνο σε παραγωγούς οι οποίοι ουσιαστικά ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, επομένως θα ωφεληθούν από αυτό.
Οι δηλώσεις Τσιάρα όμως στην εφαρμογή τους έχουν και άλλες προεκτάσεις. Ο ΥΠΑΑΤ δε γνωρίζει ότι με το τεράστιο κόστος παραγωγής μένουν εκατοντάδες στρέμματα ακαλλιέργητα; Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η περίπτωση με τα ελαιόδενδρα στη Λέσβο. Με δεδομένο ότι αυτές οι εκτάσεις δεν θα πωληθούν απαραίτητα άμεσα, χάνεται ένα μέρος της εγχώριας παραγωγής που θα μπορούσε να συμβάλει σε ποιότητα και σε ποσότητα. Θα αρκούσε να δοθούν κάποια κίνητρα σε αυτούς του μικρούς παραγωγούς προκειμένου να μείνουν στο χωράφι τους, για να έχει νόημα να καλλιεργούν.
Άγνοια αποθεμάτων και στρατηγικό έλλειμμα
Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα ακόμα πιο εύκολα ωθείται ένα μέρος όσων ασκούν αγροτική δραστηριότητα για οικιακή χρήση στη μη δήλωση της παραγωγής τους, επομένως η χώρα δε μπορεί να ελέγξει ακριβώς πόσα αποθέματα έχει.
Ειδικά στην οινοποιία και την ελαιοκομία είναι πλήγμα αυτό καθώς με την ανάπτυξη του αμπελοοινικού τομέα και την ευρεία διείσδυσή του στον ξενοδοχειακό τουρισμό και την εστίαση η χώρα δε μπορεί να συμβάλει καθολικά και δυναμικά, καθώς σε ένα οποιοδήποτε στοιχειωδώς σοβαρό κράτος θα έπρεπε ανά πάσα ώρα και στιγμή να γνωρίζει τα αποθέματα τα οποία μπορεί ο οποιοσδήποτε να αγοράσει και να αξιοποιήσει.
«Όλα για όλα» στην πολεμική προετοιμασία
Μέσα από αυτή την πολιτική είναι φανερό ότι η κυβέρνηση ποντάρει στη συγκέντρωση της γης και της αγροτικής δραστηριότητας σε όλο και λιγότερα χέρια. Μάλιστα ακυρώνει και οποιαδήποτε επιθυμία για συνεταιρισμό μικρών παραγωγών οι οποίοι όλοι μαζί θα μπορούσαν να βγάλουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα και να παράξουν κάτι αξιόλογο. Αυτή η πολιτική που προέρχεται από την επιθυμία της Ε.Ε. να πάρει χρήματα από τη γεωργία για να τα δώσει στην άμυνα, ωθεί στη δημιουργία ενός νέου μοντέλου, καθώς θα ασχολείται με τις καλλιέργειες μόνο όποιος έχει στην κατοχή του εκατοντάδες ή χιλιάδες στρέμματα τα οποία θα έρθουν στην κατοχή του μέσα από «βίαιη» εξαγορά του μικρού και πολυτεμαχισμένου κλήρου ο οποίος υπάρχει στην Ελλάδα σε μεγάλη κλίμακα.