ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Η ποιότητα και όχι η ποσότητα είναι το «γήπεδο» στο οποίο θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του προϊόντος στη βελγική αγορά απέναντι στην Ισπανία και την Ιταλία.
Του Γιάννη Τσατσάκη
Johny_ts@hotmail.com
Μικρό, αλλά σταδιακά αυξανόμενο είναι το μερίδιο της χώρας μας στην αγορά ελαιολάδου του Βελγίου, με τα περιθώρια περαιτέρω διείσδυσης να εξαρτώνται ευθέως από την ικανότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να διαφοροποιηθούν σε όρους ποιότητας και ταυτότητας από τον ισπανικό και τον ιταλικό ανταγωνισμό, αποφεύγοντας τη μάχη… σώμα με σώμα στο πεδίο των τιμών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει σε πρόσφατη ανάλυσή του το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ) στις Βρυξέλλες, καθότι το Βέλγιο δεν διαθέτει τοπική παραγωγή εξαρτάται πλήρως από τις εισαγωγές τόσο για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών όσο και για τις δικές του εξαγωγές, δεδομένου ότι η χώρα λειτουργεί και ως διαμετακομιστικός κόμβος εντός της Ε.Ε.
Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές
Η Ισπανία διατηρεί κυρίαρχη θέση με μερίδιο 40%-45%, προσφέροντας 6.000-7.000 τόνους ετησίως σε ανταγωνιστικές τιμές. Η Ιταλία ακολουθεί με μερίδιο 25%-30%, το οποίο ωστόσο συνδέεται με την υψηλή προστιθέμενη αξία και το ισχυρό branding των ιταλικών προϊόντων, παρά με τον όγκο, που κινείται μεταξύ 2.000 και 3.000 τόνων ετησίως. Οι δύο αυτές χώρες, με αθροιστικό μερίδιο τουλάχιστον 65%, καθορίζουν ουσιαστικά τις τιμές και τη δομή του ανταγωνισμού στη χώρα. Η Γαλλία βρίσκεται στην τρίτη θέση με μερίδιο 10%-12% και 1.200 τόνους, ενώ η Ελλάδα έχει αρκετά μικρότερο μερίδιο, μεταξύ 5% και 7%, με ποσότητες από 700 έως 900 τόνους, παρουσιάζοντας πάντως τάσεις σταδιακής ενίσχυσης.
Την περίοδο 2023-2024 οι εισαγωγές ελαιολάδου στο Βέλγιο κυμάνθηκαν μεταξύ 70 και 105 εκατ. ευρώ σε αξία και μεταξύ 10.000 και 13.000 τόνων σε όγκο. Ωστόσο, η σημαντική αύξηση της αξίας το 2024 έχει να κάνει κυρίως με την έντονη άνοδο των διεθνών τιμών του ελαιολάδου.
Κυρίαρχο το εξαιρετικό παρθένο
Η βελγική αγορά περιγράφεται ως ώριμη και ιδιαίτερα ανταγωνιστική, με υψηλή διείσδυση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, έντονη παρουσία μεγάλων αλυσίδων λιανικής και κατανάλωση που παρουσιάζει σταθερή ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια.
Οι Βέλγοι καταναλωτές εμφανίζουν σαφή προτίμηση προς το ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας, με το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο να αποτελεί τη βασική κατηγορία κατανάλωσης (περίπου 85%) και να καλύπτει τη συντριπτική πλειονότητα της αγοράς. Η επιλογή προϊόντος επηρεάζεται σημαντικά από την αντίληψη περί ποιότητας και προέλευσης, με τα ιταλικά προϊόντα να απολαμβάνουν ιδιαίτερα υψηλή αναγνωρισιμότητα και εμπιστοσύνη.
Ενδιαφέρον για την προέλευση
Παράλληλα, ενισχύεται η ζήτηση για προϊόντα με πιστοποιήσεις ποιότητας, βιολογική καλλιέργεια και σαφή ένδειξη γεωγραφικής προέλευσης (προϊόντα ΠΟΠ/ΠΓΕ). Οι καταναλωτές δείχνουν αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αυθεντικότητα (όχι μείγματα) και την ιχνηλασιμότητα, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη προϊόντων με έντονη ταυτότητα.
Η τιμή παραμένει σημαντικός παράγοντας, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων διεθνών τιμών, ωστόσο παρατηρείται τάση διαφοροποίησης μεταξύ καταναλωτών που επιλέγουν οικονομικές λύσεις και εκείνων που στρέφονται συνειδητά προς premium προϊόντα.
Οι retailers δίνουν τον τόνο
Οι μεγάλες αλυσίδες του οργανωμένου λιανεμπορίου (Delhaize, Carrefour, Colruyt κ.ά.) έχουν τα ηνία στο κομμάτι της διάθεσης, συγκεντρώνοντας το 70%-75% των πωλήσεων ελαιολάδου στο Βέλγιο. Επιπλέον, όπως σημειώνεται στην έρευνα, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πρόσβαση των προϊόντων στην αγορά, επιβάλλοντας ισχυρή πίεση στις τιμές και ευνοώντας την ανάπτυξη προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Στο εν λόγω κανάλι κυριαρχούν το ισπανικό ελαιόλαδο (λόγω μεγάλων ποσοτήτων και χαμηλότερης τιμής) και το ιταλικό ελαιόλαδο (λόγω brand).
Την ίδια στιγμή, εκπτωτικές αλυσίδες όπως η Lidl και η Aldi ενισχύουν τη θέση τους, με μερίδιο αγοράς 15%-20%, προσελκύοντας καταναλωτές που δίνουν έμφαση στην τιμή και συμβάλλοντας στην περαιτέρω ενίσχυση του ανταγωνισμού. Στο εν λόγω κανάλι κυριαρχεί η Ισπανία. Για τη χώρα μας ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μικρότερο μεν (5%-10% σε μερίδιο αγοράς), αλλά ιδιαίτερα σημαντικό κανάλι των εξειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων και delicatessen, τα οποία απευθύνονται σε καταναλωτές υψηλότερου εισοδήματος και προσφέρουν προϊόντα υψηλής ποιότητας και διαφοροποίησης.
Ο κλάδος HoReCa κατέχει ποσοστό της τάξης του 5%, με κυρίαρχο εδώ το ισπανικό ελαιόλαδο λόγω ποσοτήτων και τιμής. Ωστόσο, το ελληνικό ελαιόλαδο προτιμάται από τα πολυάριθμα ελληνικά εστιατόρια που υπάρχουν στη βελγική αγορά.
Τέλος, το ηλεκτρονικό εμπόριο (με πλατφόρμες όπως η Amazon) έχει μικρό μερίδιο, της τάξης του 3%, το οποίο πάντως αυξάνεται σταδιακά, απέχοντας ωστόσο πολύ από το μέγεθος της οργανωμένης λιανικής.
Πλεονεκτήματα η ποιότητα και η πιστοποίηση για premium κατηγορίες
Η παρουσία του ελληνικού ελαιολάδου στο Βέλγιο βασίζεται πρωτίστως στην υψηλή ποιότητα του προϊόντος και στη σύνδεσή του με τη μεσογειακή διατροφή. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν τα ισχυρά ανταγωνιστικά του πλεονεκτήματα, ενώ η ύπαρξη πιστοποιημένων προϊόντων και η δυνατότητα διαφοροποίησης μέσω αυθεντικότητας και προέλευσης ενισχύουν τη θέση του στις premium κατηγορίες.
Ωστόσο, η περιορισμένη αναγνωρισιμότητα των ελληνικών brands και η κατακερματισμένη δομή της παραγωγής δυσχεραίνουν την αποτελεσματική διείσδυση στην αγορά. Επιπλέον, η εξάρτηση από ενδιάμεσους εμπορικούς φορείς οδηγεί συχνά σε απώλεια προστιθέμενης αξίας, καθώς το ελληνικό ελαιόλαδο ενσωματώνεται σε άλλα προϊόντα (π.χ. ανάμειξη με ιταλικό ελαιόλαδο) πριν φτάσει στον τελικό καταναλωτή.

Ευκαιρίες σε delicatessen και καταστήματα βιολογικών
Το ελληνικό ελαιόλαδο θα μπορούσε να «πατήσει» πάνω στην αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά, αυθεντικά και βιολογικά προϊόντα, καθώς και στην ανάπτυξη εξειδικευμένων καναλιών διανομής που ευνοούν τη διαφοροποίηση. Με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει την κυριαρχία της Ισπανίας σε επίπεδο τιμών και όγκου, καθώς και την ισχυρή εμπορική εικόνα της Ιταλίας, η οποία επηρεάζει καθοριστικά τις καταναλωτικές επιλογές. Επομένως, η επιτυχής τοποθέτηση του ελληνικού ελαιολάδου στην αγορά του Βελγίου προϋποθέτει, σύμφωνα με την έρευνα, σαφή στρατηγική διαφοροποίησης, με έμφαση στην ποιότητα, στην ταυτότητα και στη στοχευμένη επιλογή καναλιών διανομής (όπως καταστήματα delicatessen ή βιολογικών προϊόντων), αποφεύγοντας τον άμεσο ανταγωνισμό τιμής με τις κυρίαρχες χώρες παραγωγής.
Είμαστε στην 4η θέση
Η Ελλάδα βρίσκεται στην 4η θέση των προμηθευτών του Βελγίου μεταξύ των μεσογειακών χωρών, με μερίδιο μεταξύ 5% και 7% και με ποσότητες που κυμαίνονται από 700 έως 900 τόνους ετησίως, παρουσιάζοντας πάντως τάσεις σταδιακής ενίσχυσης.
Στα μεγάλα σούπερ μάρκετ
Τα μεγάλα σούπερ μάρκετ συγκεντρώνουν το 70%-75% των πωλήσεων στην αγορά του Βελγίου και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πρόσβαση των προϊόντων στην αγορά, επιβάλλοντας ισχυρή πίεση στις τιμές και ευνοώντας την ανάπτυξη προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας.
Οι προτιμήσεις των Βέλγων
Οι Βέλγοι καταναλωτές εμφανίζουν σαφή προτίμηση προς το ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας, με το εξαιρετικά παρθένο να αποτελεί τη βασική κατηγορία κατανάλωσης, έχοντας μερίδιο της τάξης του 85% και καλύπτοντας τη συντριπτική πλειονότητα της αγοράς.