ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Η ελληνική βαμβακοκαλλιέργεια, παρά την ιστορική της παράδοση και την αναγνωρισμένη ποιότητα του προϊόντος, αντιμετωπίζει ακόμα μεγάλες προκλήσεις στο να αποκτήσει μια ξεκάθαρη ταυτότητα στην παγκόσμια αγορά.
Σε αυτό το πεδίο, ο Μοχάμεντ Νταράουσε έχει αφιερώσει τη ζωή του, έχοντας αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στο ελληνικό βαμβάκι, με τον ειδικό επιστήμονα να σημειώνει ότι πρέπει να γίνουν συγκεκριμένες κινήσεις για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ
trimmis.chrys@gmail.com
Ο πρώην προϊστάμενος του Εθνικού Κέντρου Ποιοτικού Ελέγχου, Ταξινόμησης και Τυποποίησης Βάμβακος του ΕΛΓΟ «Δήμητρα», σήμερα συνεχίζει να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του ως επιστημονικός σύμβουλος αγροτικών συνεταιρισμών και όπως σημειώνει στον «Έ.Α.» για να κατακτήσει η ελληνική παραγωγή βαμβακιού τη θέση που της αξίζει, πρέπει πρώτα να οργανωθεί η παραγωγή, να τυποποιηθεί και να παραχθεί με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που ζητά η αγορά.
«Έτσι πρέπει να πας στην αγορά. Με πρώτη κίνηση την τυποποίηση και μετά πηγαίνουμε στην ποιότητα, σε μεγάλη ποσότητα για την αγορά ενός προϊόντος με ίδια χαρακτηριστικά» αναφέρει ο κ. Νταράουσε. Στην Ελλάδα, όπως σημειώνει, αυτό δεν έχει καταστεί εφικτό λόγω της έλλειψης συνεταιρισμών και συλλογικών σχημάτων παραγωγών, τα οποία θα μπορούσαν να συντονίσουν την παραγωγή. «Μία φωτεινή εξαίρεση αποτελεί η Cotton Farsala, που κατάφερε να οργανώσει καλλιέργεια 10.000 στρεμμάτων με τρεις ποικιλίες βαμβακιού που μοιάζουν πάρα πολύ στην ποιότητα και στην ανάπτυξή τους, αποδεικνύοντας ότι η συλλογική προσπάθεια μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα» συμπληρώνει.
Η πρόκληση, όπως τονίζει ο κ. Νταράουσε, δεν βρίσκεται στο εκκοκκιστήριο αλλά στον τόπο παραγωγής του προϊόντος. «Πρέπει να υπάρχει οργάνωση παραγωγών με αξιοποίηση δύο-τριών ποικιλιών και θέλει εκπαίδευση και πολλή δουλειά. Οι παραγωγοί πιστεύουν ότι τον αδικεί ο εκκοκκιστής στην τιμή και συλλέγουν το βαμβάκι το βράδυ για να αυξήσουν την υγρασία, γεγονός που αλλοιώνει το χρώμα. Οι αγοραστές δεν ενδιαφέρονται για την ταυτότητα του εκκοκκιστή ή του παραγωγού, αλλά για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του βαμβακιού που χρειάζονται για τα προϊόντα τους» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα τονίζει ότι η ιεραρχία στα ποιοτικά χαρακτηριστικά δεν είναι ίδια για όλα τα κλωστήρια, καθώς και ότι η επαφή του αγρότη με την αγορά δεν υπάρχει στην Ελλάδα. «Οι παραγωγοί έχουν επαφή μόνο με τον εκκοκκιστή, αλλά δεν είναι αυτός που παράγει το προϊόν που θέλει η αγορά» υπογραμμίζει.
Ο κ. Νταράουσε αναφέρει ότι πρέπει να μειωθεί το κόστος παραγωγής μέσα από συλλογικά σχήματα, που προσφέρουν δύναμη διαπραγμάτευσης και σωστή εκπαίδευση, ενώ παράλληλα δίνουν τη δυνατότητα εφαρμογής νέων τεχνολογιών. Επισημαίνει δε ότι τεχνολογίες εφαρμόζονται σε χώρες όπως το Πακιστάν και η Ινδία, όμως στην Ελλάδα πάλι όχι! «Δουλεύω στα χωράφια με τους παραγωγούς, και όλη αυτή η νέα τεχνολογία δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα. Για να την προωθήσουμε πρέπει να υπάρχουν υπηρεσίες, σχέδια και επαφή με τους αγρότες», τονίζει.
Σημαντικό στοιχείο της φιλοσοφίας του είναι η εκπαίδευση των παραγωγών, ώστε να παραχθεί αυτό το βαμβάκι που θέλει ακριβώς ο χρήστης, όπως επισημαίνει καταληκτικά…
Οι εξαγωγές υποχώρησαν κατά 24% σε αξία λόγω των διεθνών τιμών
Με βασικό σημείο αναφοράς το βαμβάκι, οι εξαγωγές της αλυσίδας ένδυσης και κλωστοϋφαντουργίας εμφανίζουν εικόνα σχετικής σταθερότητας στο πρώτο δεκάμηνο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πλεκτικής και Ετοίμου Ενδύματος Ελλάδας (ΣΕΠΕΕ). Το βαμβάκι ξεχωρίζει αρνητικά, καθώς οι εξαγωγές του υποχώρησαν κατά 24% σε αξία, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη σημαντική πτώση των διεθνών τιμών και λιγότερο σε μείωση των εξαγόμενων ποσοτήτων.
Συνολικά, η αξία της αλυσίδας ένδυσης – κλωστοϋφαντουργίας ανήλθε σε 1,3 δισ. ευρώ, έναντι 1,38 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας πτώση 6%, με το βαμβάκι να αποτελεί τον βασικό παράγοντα της υποχώρησης.
Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, αυξανόμενες κατά 4,6% και φτάνοντας τα 2,9 δισ. ευρώ, ενώ ειδικά οι εισαγωγές ενδυμάτων ενισχύθηκαν κατά 5,9%, αγγίζοντας τα 2,2 δισ. ευρώ.