Από την εφημερίδα Έλληνας Αγρότης που κυκλοφορεί
Μετά το 2027 οι βασικοί πυλώνες της νέας δομής θα είναι το εισόδημα, τα κίνητρα, η καινοτομία και η αγροτική επιχειρηματικότητα
ΤΟΥ ΣΑΚΗ ΤΡΕΧΑ
sakis.trexas@protonmail.com
Η δομή των δύο πυλώνων της ΚΑΠ, που ισχύει από το 1999 και κατανέμεται μεταξύ κονδυλίων άμεσης στήριξης αγροτών και προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης, θα πάψει να υπάρχει από το 2028, σύμφωνα με την πρόταση. Θα έχουμε ενοποίηση του συνόλου των ταμείων της Πολιτικής Συνοχής, δηλαδή του ΕΣΠΑ, (Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, ΕΤΠΑ, Ταμείο Συνοχής), της ΚΑΠ, της ΚΑλΠ (αλιείας) και των ειδικών προγραμμάτων για μετανάστευση και προστασία συνόρων, υπό ένα ενιαίο Υπερταμείο και ένα ενιαίο πλαίσιο «Εθνικών Σχεδίων», τα οποία θα χρηματοδοτούνται μόνο υπό τον όρο υλοποίησης συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων που αξιολογεί η Επιτροπή.
Τα κονδύλια που προβλέπονται για την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) είναι λιγότερα από αυτά του τρέχοντος προϋπολογισμού, καθώς η Κομισιόν προτείνει να διατεθούν 300 δισ. ευρώ, κάτι που σημαίνει ότι στους αγρότες της Ε.Ε. θα αναλογούν περίπου 86 δισ. ευρώ λιγότερα. Αυτό αντιπροσωπεύει μείωση περίπου 30%.
Τα 300 δισ. ευρώ της ΚΑΠ θα διατεθούν σε ένα ενιαίο ταμείο για την υποστήριξη των αγροτών και των αλιέων, που θα συμπεριλαμβάνει τα περιβαλλοντικά μέτρα, προγράμματα επενδύσεων σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, υποστήριξης νέων αγροτών και εργαλείων διαχείρισης κινδύνων.
«Η γεωργία θα ενισχυθεί» δήλωσε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε συνέντευξη Τύπου, απαντώντας για τον μειωμένο προϋπολογισμό, και είπε ότι τα κράτη-μέλη θα μπορούσαν να ανακατανείμουν επιπλέον πόρους μέσω των Εθνικών Περιφερειακών Εταιρικών Σχέσεων, του ενιαίου Ταμείου για τη συνοχή (συνολικά κονδύλια 865 δισεκατομμύρια ευρώ).
Ο επίτροπος Γεωργίας της Ε.Ε. Κριστόφ Χάνσεν, μιλώντας στα μέλη της Επιτροπής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τόνισε ότι οι ενισχύσεις δεν θα καταβάλλονται σε όσους έχουν τα λεγόμενα «ιστορικά δικαιώματα» αλλά στους πραγματικούς παραγωγούς, κάτι που ήταν και η θέση της Ελλάδας.
Η άμεση επιδότηση (βασική ενίσχυση) θα είναι ανά έκταση (στρεμματική), θα είναι οριοθετημένη (ανώτερο και κατώτερο πλαφόν) και θα χρηματοδοτείται πλήρως από τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. Η πρόταση σχεδιάζει κλιμακωτές περικοπές στις αγροτικές άμεσες ενισχύσεις για μεγάλες εκμεταλλεύσεις: μειώσεις 25% για ποσά άνω των 20.000 ευρώ, 50% για ποσά άνω των 50.000 ευρώ και 75% για ενισχύσεις άνω των 75.000 ευρώ, με στόχο την αναδιανομή των χρημάτων της ΚΑΠ προς τους μικρομεσαίους παραγωγούς της Ε.Ε. Προτείνουν επίσης σταδιακή κατάργηση της εισοδηματικής στήριξης για τους αγρότες που λαμβάνουν εθνικές συντάξεις με επαρκή μεταβατική περίοδο.
H εισοδηματική στήριξη ορίζεται πλέον από την άμεση εισοδηματική στήριξη, στην οποία θα ενσωματωθούν όχι μόνο οι στρεμματικές ενισχύσεις αλλά και όλες οι άλλες αποζημιώσεις και πληρωμές προς τους αγρότες, όπως αγροπεριβαλλοντικές δράσεις, επενδύσεις, στήριξη νέων αγροτών και άλλα. Βελτιώνεται επίσης ο ορισμός του «ενεργού» αγρότη και γίνεται σύνδεση με την παραγωγή. Επιπλέον, το ελάχιστο ποσό άμεσων πληρωμών για τους νέους αγρότες θα αυξηθεί από 3% σε 6%.
Θα υπάρξει κατάργηση των ισχυόντων φιλοπεριβαλλοντικών όρων που συνδέονται με τις άμεσες πληρωμές, δηλαδή τις Καλές Γεωργικές και Περιβαλλοντικές Συνθήκες (ΚΓΠΣ). Αντ’ αυτού, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να καθορίσουν τις δικές τους ελάχιστες βιώσιμες πρακτικές. Συγχωνεύονται επίσης τα οικολογικά προγράμματα του πρώτου πυλώνα και τα αγροπεριβαλλοντικά μέτρα του δεύτερου πυλώνα σε μια ενιαία παρέμβαση αγροπεριβαλλοντικών δράσεων, που θα συγχρηματοδοτείται από τα κράτη μέλη (από τον εθνικό προϋπολογισμό).
Στις συνδεδεμένες ενισχύσεις αυξάνουν το ποσοστό της μέγιστης δαπάνης στο 20%, από το τρέχον 13%, με τη δυνατότητα για τα κράτη-μέλη να προσθέσουν επιπλέον 5% για τομείς που θέλουν να προωθήσουν, όπως η κτηνοτροφία.
Μια νέα κατηγορία πληρωμών θα προσφέρει ένα εφάπαξ ποσό, έως και 200.000 ευρώ, που θα υποστηρίξει τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις για να έχουν μεγαλύτερη βιωσιμότητα.
Ακόμη θα είναι δυνατό να παρέχεται υποστήριξη σε υπηρεσίες αγροτικής βοήθειας, που διευκολύνουν την αντικατάσταση των αγροτών κατά τη διάρκεια ασθένειας, τοκετού ή αργιών.
Θα υπάρξουν στοχευμένες αλλαγές του κανονισμού ΚΟΑ, που είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση των ιδιαιτεροτήτων της αγοράς.
Μεγάλες αντιδράσεις από τις ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις
Οι ευρωπαϊκές αγροτοσυνδικαλιστικές οργανώσεις Copa-Cogeca σε μια σκληρή ανακοίνωση που εξέδωσαν δηλώνουν ότι «η Επιτροπή αποφάσισε ουσιαστικά να διαλύσει την «κοινή» φύση της ΚΑΠ μέσω κρυφών περικοπών στον προϋπολογισμό, υπό το πρόσχημα ενός λεγόμενου «Ενιαίου Ταμείου». Η πρόεδρος Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στην πραγματικότητα, προετοίμαζε παρασκηνιακά, εδώ και μήνες, μια μονομερή και κυνική προσέγγιση στη γεωργία της Ε.Ε. και τον προϋπολογισμό της. Θα υποστηρίξει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο Υπουργών αυτό που ήδη διαμορφώνεται ως η χειρότερη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ; Οι επόμενοι μήνες θα αποδειχθούν καθοριστικοί».
Στην Ισπανία η Asaja (γεωργική ένωση νέων αγροτών) εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για την πρόταση. Ο Pedro Barato, πρόεδρος της Asaja, τόνισε ότι πρόκειται για «μια άνευ προηγουμένου απόφαση που θέτει σε κίνδυνο την επισιτιστική κυριαρχία της Ευρώπης και διασπά τη σύνδεση μεταξύ της υπαίθρου και των πολιτών της. Οι περικοπές στον προϋπολογισμό είναι απαράδεκτες. Σε μια εποχή γεωπολιτικής αστάθειας, δασμολογικής πίεσης και αυξανόμενης επισιτιστικής ανασφάλειας, η Επιτροπή δεν μπορεί να μειώσει τον γεωργικό προϋπολογισμό. Η ΚΑΠ δεν αποτελεί επιδότηση για αγρότες και κτηνοτρόφους, αποτελεί εγγύηση για τους καταναλωτές: ασφαλή, βιώσιμα και οικονομικά προσιτά τρόφιμα».
Η Coldiretti, η μεγαλύτερη αγροτική οργάνωση της Ιταλίας, ανακοίνωσε μόνιμη κινητοποίηση στα επόμενα δύο χρόνια με δράσεις διαμαρτυρίας κατά της πρότασης της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Ο πρόεδρος της Coldiretti, Ετορε Πραντίνι, κατηγόρησε τη Φον ντερ Λάιεν ότι υποβαθμίζει τον ρόλο των αγροτών, επισημαίνοντας ότι «μια Ευρώπη που αφαιρεί πόρους από την παραγωγή τροφίμων για να τους κατευθύνει σε εξοπλισμούς, που ανοίγει τις πόρτες σε εισαγόμενα προϊόντα χωρίς εγγυήσεις, που υπογράφει συμφωνίες χωρίς αμοιβαιότητα και επιβάλλει κανονισμούς αποκομμένους από την αγροτική πραγματικότητα, δεν είναι η Ευρώπη που θέλουμε». Και πρόσθεσε: «Τα λόγια του επιτρόπου Γεωργίας Hansen, που υπερασπίζεται την ΚΑΠ με μειωμένο προϋπολογισμό, είναι ιδιαίτερα ενοχλητικά. Θα ήταν πιο αξιοπρεπές να παραιτηθεί, παραδεχόμενος μια παταγώδη ήττα με μια περικοπή του ενός πέμπτου των προηγούμενων πόρων, την οποία επίσης ψήφισε, εξασφαλίζοντας ομοφωνία».
Αντιδράσεις και στην Ελλάδα για την πρόταση της Επιτροπής
Η ΕΘΕΑΣ δεν κάνει δεκτή την πρόταση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Αναφέρει ότι η προτεινόμενη ενοποίηση των Ταμείων της ΚΑΠ και της Πολιτικής Συνοχής συνιστά εγκατάλειψη του στρατηγικού στόχου τόσο για τη διατροφική επάρκεια όσο και για τη γεωγραφική και κοινωνική σύγκλιση των ευρωπαϊκών κρατών και περιφερειών.
Η Ε.Ε. φαίνεται, σε μια εποχή κλιματικής κρίσης και αβεβαιοτήτων για την επάρκεια τροφίμων παγκόσμια, ότι εγκαταλείπει το στρατηγικό πλεονέκτημα που έχει. Οι καταναλωτές τροφίμων θα είναι ο μεγάλος χαμένος αυτής της αλλαγής, μαζί με τους αγρότες, αφού οι τιμές τροφίμων μαζί με το κόστος παραγωγής των αγροτών μπορεί να αυξηθούν έως 30%.
Ο εκφυλισμός της ΚΑΠ, που συντελέστηκε με τα Εθνικά Στρατηγικά Σχέδια 2023-2027, φαίνεται ότι θα γίνει βαθύτερος με την προώθηση των μεμονωμένων εθνικών σχεδίων που αποτελούν πισωγύρισμα σε επανεθνικοποίηση.
Οι δαπάνες χρηματοδότησης του νέου ταμείου που αφορούν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους προτείνεται να μειωθούν κατά 20%. Ενώ στον τελευταίο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ε.Ε. η ΚΑΠ ανήλθε σε 386,6 δισ. ευρώ για τη νέα περίοδο 2028-2035, προτείνονται 300 δισεκατομμύρια ευρώ να κατευθυνθούν στη γεωργία, κόβονται περίπου 86 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τη στιγμή που η κλιματική κρίση πλήττει περισσότερο από όλους αναλογικά τους αγρότες και χρειάζονται μεγαλύτερες επενδύσεις και ενισχύσεις για το χτίσιμο της ανθεκτικότητάς τους, η πρόταση της Ε.Ε. τους τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, μειώνοντας τον προϋπολογισμό της ΚΑΠ.
Εάν σε αυτό προστεθούν πάλι η αύξηση της γραφειοκρατίας και η σημαντική διολίσθηση ενισχύσεων από τους αγρότες, σε ενδιάμεσους και τρίτους παρόχους υπηρεσιών, όπως συμβαίνει σήμερα, το πραγματικό διαθέσιμο ποσό ενισχύσεων για τους αγρότες σε μια εποχή αυξημένου μάλιστα κόστους παραγωγής θα μειωθεί και άλλο.