Τα χωριά των λουλουδιών Μακρυρράχη και Ανήλιο προσπαθούν να κρατήσουν την παράδοση καλλιέργειας
Σε παλαιότερες εποχές, το βουνό του Πηλίου φημιζόταν μεταξύ άλλων για τα περιβόητα λουλούδια που παρήγαγε και κέρδιζαν τις εντυπώσεις σε πολλές περιοχές της χώρας. Τα χρόνια όμως περνάνε, έστω και αν η ευρύτερη περιοχή προσπαθεί να διατηρήσει τον χαρακτήρα της ανθοπαραγωγού στη χώρα. Σε μία δύσκολη εποχή, και με την ανθοκομία να μην βρίσκεται σε πρώτο πλάνο στον Πρωτογενή Τομέα, οι καλλιέργειες ολοένα και μειώνονται. Ειδικά στην περιοχή του Ανατολικού Πηλίου και στα χωριά Μακρυράχη και Ανήλιο, που ήταν πάντα το επίκεντρο της ανθοκομίας, τα δεδομένα έχουν αλλάξει άρδην…
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ (trimmis.chrys@gmail.com)
Oι καλλιέργειες προσαρμόζονται στις απαιτήσεις, και τα συγκεκριμένα χωριά του Ανατολικού Πηλίου τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν παράδοση στην παραγωγή ανθοφόρων φυτών γλάστρας ή/και εδάφους. Πλέον το ενδιαφέρον εδώ και χρόνια από τη μία έχει στραφεί στα δρεπτά άνθη, σ’ αυτά δηλαδή που κόβονται και χρησιμοποιούνται για διακοσμητικούς λόγους, ενώ από την άλλη, η καλλιέργεια δεν αποδίδει και έχει καταστεί ιδιαίτερα κοστοβόρα…
Η κα Ζωή Καβρογιάννη είναι μία από τις παραγωγούς της Μακρυρράχης Πηλίου, που συνεχίζει να παράγει ανθοφόρα φυτά. «Πάντα στην περιοχή μας είχαμε αυτήν την καλλιέργεια. Είναι παραδοσιακή καλλιέργεια στην περιοχή και Μακρυρράχη και Ανήλιο πάντα παρήγαγαν λουλούδια» σημειώνει μιλώντας στον «Έ.Α.» και δεν είναι τυχαίο ότι αυτά αποκαλούνταν πάντα χωριά των λουλουδιών.
Περιβόητη ήταν πάντα η γαρδένια Πηλίου, αν και οι περισσότεροι έχουν εγκαταλείψει το συγκεκριμένο φυτό, που βρίσκει ανάπτυξη πλέον σε θερμοκήπια άλλων περιοχών. Οι καμέλιες επίσης είναι δημοφιλείς, ενώ ορτανσίες, αζαλέες, λουσίντουμ, φωτίνιες, λάουρες, μανόλιες βρίσκουν εφαρμογή. «Τα περισσότερα είναι ανθεκτικά φυτά και δεν είναι καλλιεργήσιμα μόνο σε γλάστρες αλλά μπορούν να επιβιώνουν για δεκαετίες ακόμη στο έδαφος και ν’ αναπτυχθούν» αναφέρει η κα Καβρογιάννη.
Άλλωστε, το μικροκλίμα της περιοχής σε συνδυασμό με την ποιότητα του νερού είναι ιδανικά στοιχεία για την παραγωγή ανθοφόρων καλλωπιστικών φυτών. Βέβαια η κα Καβρογιάννη είναι από τις τελευταίες παραγωγούς στο χωριό της Μακρυρράχης. «Ζήτημα να έχουμε μείνει 10 άτομα αυτήν τη στιγμή» σημειώνει χαρακτηριστικά, την ώρα πάντως που στο νότιο Πήλιο η παραγωγή αυτών των φυτών έχει καλύτερες βάσεις με αρκετά φυτώρια να δραστηριοποιούνται στην περιοχή.
Η διαδικασία άλλωστε είναι απαιτητική και το βάρος πέφτει την περίοδο του Απριλίου και του Μαΐου με τα φυτά να αναπαράγονται με καταβολάδες στις λεγόμενες «μάνες». Άλλωστε, αυτές οι «μάνες» κρατάνε χρόνια. «Έχουμε καμέλια που έχει κορμό σαν δέντρο. Το καλό με αυτά τα φυτά είναι ότι δεν χρειάζονται σώνει και καλά γλάστρα, αλλά μπορούν να φυτευτούν και στο έδαφος, με το χώμα της περιοχής να είναι ιδανικό για κάτι τέτοιο» αναφέρει η παραγωγός.
Όμως όπως προαναφέραμε, πρόκειται για μία απαιτητική εργασία, κάθε φυτό θέλει αρκετό χρόνο, ενώ και το εισόδημα πλέον δεν είναι δεν είναι ικανοποιητικό. Παλαιότερα βέβαια στην περιοχή υπήρχε και συνεταιρισμός γυναικών αλλά δεν πήγε καλά και διέκοψε τη δραστηριότητά του…
Όσον αφορά το ενδιαφέρον του κόσμου για αυτά τα φυτά, περιορίζεται, αφού οι νεότερες γενιές έχουν στραφεί στα εποχιακά. «Υπάρχει ενδιαφέρον από εμπόρους πάντως για τη χρήση τους σε πιο μόνιμους σχηματισμούς και εγκαταστάσεις. Κάποιοι έμποροι διαθέτουν την παραγωγή και σε άλλες χώρες, όπως σε Ολλανδία και Ιταλία» σημειώνει η κα Καβρογιάννη.
Η ίδια δείχνει πάντως να είναι περήφανη για όλα τα φυτά της, αλλά κυρίως για τις καμέλιες. «Ο τόπος μας έχει πλέον ως βάση την καμέλια, που δεν είναι εύκολο να καλλιεργηθεί σε άλλες περιοχές» αναφέρει.
Στροφή σε άλλα είδη
Οι παραγωγοί της περιοχής βέβαια έχει στραφεί σε άλλες καλλιέργειες, όχι λιγότερο κοπιαστικές, αλλά ίσως πιο αποδοτικές.
Τα μήλα που αποτελούν το σήμα κατατεθέν του Πηλίου είναι μία καλλιέργεια που απασχολεί τους κατοίκους της περιοχής, όπως και τα κάστανα, ενώ το μέλι συγκεντρώνει ενδιαφέρον επίσης. Βέβαια, αυτά περιορίζουν τις υπόλοιπες δραστηριότητες, με μία παράδοση δεκαετιών να κινδυνεύει να χαθεί…
Η τελευταία γενιά λουλουδοπαραγωγών;
Στη Μακρυρράχη επίσης εδρεύει και ο Δημήτρης Καλτσής, 33 ετών και ο τελευταίος από τη γενιά του που ασχολείται με αυτήν την παραγωγή.
«Η γκάμα φτάνει περίπου 20 φυτά, με 10 από αυτά να έχουν μεγαλύτερη δυναμική. Μανόλιες, ρυγχόσπερμα, ή η φτέρη της περιοχής συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτά, φυσικά και μανόλιες, γαρδένιες, ορτανσίες και καμέλιες. Έχουμε πολλά ανθοφόρα και άλλα φυτά, αλλά δεν έχουμε ποσότητες» σημειώνει μιλώντας στον «Έ.Α.».
Όλοι οι νεότεροι έχουν παρατήσει όμως τη συγκεκριμένη καλλιέργεια. «Νομίζω ότι μόνο εγώ παραμένω στην παραγωγή λουλουδιών από τη δική μου γενιά στη Μακρυρράχη. Στο γειτονικό Ανήλιο είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα. Στο Νότιο Πήλιο είναι πιο επαγγελματικά τα πράγματα, σε άλλο επίπεδο. Στα Λεχώνια έχουν ομάδα παραγωγών και οργανώνονται και κινούνται σε όλα τα επίπεδα και σε αυτό των εξαγωγών» τονίζει παράλληλα.
Ο ίδιος θα επιβεβαιώσει ότι η παραγωγή δεν είναι μία εύκολη δουλειά και δίνει την εξήγησή του. «Οι περισσότερες εργασίες γίνονται χειρωνακτικά, δεν έχουμε συστήματα αυτοματισμού για να κερδίζουμε χρόνο και κόπο. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που έχουν εξελιχθεί και εφαρμόζουν κάποια συστήματα» υπογραμμίζει, ενώ θεωρεί ότι η περιοχή είναι ιδανική για τέτοιου είδους καλλιέργειες, αφού έχει το κατάλληλο μικροκλίμα και την ανάλογη ποιότητα νερού.
Από το ανατολικό Πήλιο γίνονται κάποιες εξαγωγές με εμπόρους στα Βαλκάνια, αλλά δεν είναι κάτι οργανωμένο με τον Δημήτρη Καλτσή να στέκεται και στο θέμα του κόστους παραγωγής. «Είναι αρκετά μεγάλο. Απλά στην περιοχή μας ευνοούν οι συνθήκες. Ακόμη και το χώμα που καλούμαστε ν’ αγοράσουμε είναι ιδιαίτερα ακριβό. Το νερό είναι ευεργετικό. Δεν υπάρχει ενίσχυση πάντως και επιδοτήσεις στα άνθη. Βέβαια, δεν έχουμε και την υποχρέωση του ΕΛΓΑ, από τη στιγμή που είναι ευπαθή προϊόντα και δεν ασφαλίζονται. Επίσης, καλλιεργούμε ορτανσία και έρχεται αργότερα στην αγορά, περίπου τον Ιούλιο, σε αντίθεση με άλλες παραγωγές πχ της Αθήνας που μπαίνουν στη διαδικασία πώλησης τον Μάιο, κι αυτό βοηθάει κάπως στις πωλήσεις. Επίσης η γαρδένια του ανατολικού Πηλίου είναι διαφορετική σε σχέση με αυτή άλλων περιοχών» σχολιάζει σχετικά.
όμως καταλήγει λέγοντας ότι όλες οι δραστηριότητες μπορούν να αφήσουν εισόδημα αν γίνονται σωστά…
Συγκεκριμένες περιοχές και είδη
9.617 στρέμματα κατέλαβαν οι εμπορικοί ανθόκηποι στην Ελλάδα το 2022, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, εκ των οποίων τα 2.000 στρέμματα αφορούσαν θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις.
Το μεγαλύτερο μέρος εντοπίζεται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με 3.420 στρέμματα, με την Περιφερειακή Ενότητας Θεσσαλονίκης να έχει τα 2.312. Η Περιφέρεια Αττικής ακολουθεί με 2.722 στρέμματα, με την Ανατολική Αττική να είναι… ανθοφόρα αφού τα 2.355 στρέμματα εντοπίζονται στην περιοχή.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα φυτώρια καλλωπιστικών φυτών στην Ελλάδα καταλαμβάνουν συνολικά 1.567 στρέμματα, με 572 στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.
Η εικόνα στη Θεσσαλία
Στη Θεσσαλία οι ανθόκηποι καταλαμβάνουν 1.006 στρέμματα, εκ των οποίων τα 259 αφορούν θερμοκηπιακές εγκαταστάσεις. Η Μαγνησία έχει την πρωτιά, με 666 στρέμματα, εκ των οποίων τα 212 αφορούν θερμοκήπια, ενώ θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η πλευρά των Σποράδων, που έχει βέβαια μόλις πέντε στρέμματα. ακολουθεί η Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας με 272 συνολικά στρέμματα, με μόλις επτά εξ αυτών να είναι θερμοκήπια.
Θα πρέπει να τονιστεί ωστόσο ότι το βάρος της ελληνικής παραγωγής έχει πέσει σε τεράστιο βαθμό στα δρεπτά άνθη και όχι στα φυτά γλάστρας, που είναι πιο απαιτητικά.