ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Παραδοσιακά Ζυμαρικά από το Κιλκίς, για όλο τον κόσμο

Ο  Μιχάλης Κοντοειδής, δεύτερης γενιάς επιχειρηματίας, ατενίζει το μέλλον με σιγουριά καθώς  παράγει ζυμαρικά για λογαριασμό μεγάλων λιανεμπορικών αλυσίδων.

«Είμαστε μια εταιρεία που προϋπήρχε της έκρηξης των σουπερμάρκετ. Έχουμε ακόμα τιμολόγια του 1971 όταν στην αγορά υπήρχε μόνο ο Μαρινόπουλος. Πουλούσαμε χυλοπίτα σε σακουλάκι με 14 δραχμές το κιλό…»

Χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά ελληνικές πρώτες ύλες κι έχοντας αναπτύξει συνεργασίες με τις κορυφαίες ελληνικές αλευροβιομηχανίες, τα «Παραδοσιακά Ζυμαρικά Της Γιαγιάς» του Μιχάλη Κοντοειδή παράγουν μια ευρεία γκάμα προϊόντων. «Αγοράζουμε σιμιγδάλι ψιλό κι όχι σιμιγδάλευρο που χρησιμοποιούν άλλοι στον κλάδο μας πληρώνοντας 30-40% πάνω από τις τιμές της αγοράς για να έχουμε καλύτερη ποιότητα στα προϊόντα μας» μας εξηγεί ο επιχειρηματίας κατά την επίσκεψή μας στο εργοστάσιό του στην επαρχιακή οδό  Κιλκίς-Μουριών, στη διασταύρωση στο Χέρσο.

Από το Κιλκίς μέχρι την… Ινδονησία

Η επίσκεψή μας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο Θεματικού Εργαστηρίου με θέμα «Γαστρονομικές Περιπλανήσεις στο Κιλκίς- Τεχνικές Βιωματικού Γαστρονομικού Τουρισμού». Το Εργαστήριο είχε υλοποιηθεί από την Αναπτυξιακή Κιλκίς και το παρακολούθησε ομάδα δημοσιογράφων από τα Βαλκάνια, σεφ και στελέχη τουριστικών επιχειρήσεων καθώς κι επαγγελματίες του κλάδου της εστίασης.
Η εταιρεία «Παραδοσιακά Ζυμαρικά Της Γιαγιάς» παράγει χυλοπίτα και χυλοπιτάκι κοφτό, διάφορα είδη τραχανά, κους κους που είναι πολύ αγαπητό στην βόρεια Ελλάδα, πλιγούρι ενώ ετοιμάζονται και νέα προϊόντα. Ειδικά το κους κους της εταιρείας έχει φτάσει σε αγορές που κανένας δεν περίμενε όπως η Ρουμανία, η Γερμανία, η Ινδονησία και οι Φιλιππίνες σε καταστήματα του ομίλου Delhaize. H εταιρεία παράγει επίσης παραδοσιακά ζυμαρικά για λογαριασμό της ΑΒΕΖ ενώ έχει αναπτύξει συνεργασία με την ΜΑΚΒΕΛ.

Στο περιθώριο της του Θεματικού Εργαστηρίου είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον Μιχάλη Κοντοειδή και να του ζητήσουμε να θυμηθεί την πορεία του στον κόσμο των επιχειρήσεων. «Είμαστε μια εταιρεία που προϋπήρχε της έκρηξης των σουπερμάρκετ. Να φανταστείτε ότι έχουμε ακόμα τιμολόγια του 1971 όταν στην αγορά υπήρχε μόνο ο Μαρινόπουλος με τέσσερα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη. Τότε πουλούσαμε χυλοπίτα σε σακουλάκι με 14 δραχμές το κιλό. Μεγαλώσαμε μαζί με αυτές τις μεγάλες  επιχειρήσεις. Να φανταστείτε ότι ο Μασούτης, ο οποίος ήταν συνέταιρος του πατέρα μου, ήταν πωλητής μας. Αγόραζε προϊόντα από εμάς και τα πουλούσε στη δυτική Μακεδονία, από το Άργος Ορεστικό μέχρι την Καστοριά. Ο πατέρας μου συνεργάστηκε επίσης με τον Βερόπουλο, εισαγωγέα τότε του γάλακτος Τιτί, το οποίο ο πατέρας μου χρησιμοποιούσε για να παράγει τραχανά» θυμάται ο Μ. Κοντοειδής.

Λιανικό εμπόριο

Που όμως οφείλεται η γιγάντωση των λιανεμπορικών αλυσίδων; Σύμφωνα με τον συνομιλητή μας, ο οποίος ακόμα θυμάται τον επιχειρηματία Μασούτη να αναζητάει μαζί με τον πατέρα του και τελικά να βρίσκει σημείο για τη δημιουργία εκτός Θεσσαλονίκης, στην Θέρμη, του πρώτου υπερμάρκετ στην βόεια Ελλάδα, η επιτυχία των αλυσίδων ήταν σχεδόν αναμενόμενη. «Δεν εκπλήσσομαι με την εντυπωσιακή αυτή ανάπτυξη διότι οι αγορές ήταν σχεδόν έτοιμες και περίμεναν τις κινήσεις των επιχειρηματιών. Κάποια στιγμή οι κινήσεις έγιναν και τα σουπερμάρκετ μεγάλωσαν» μας εξηγεί.

Η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη για τις ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις, λίγες εκ των οποίων κατάφεραν τελικά  να επιζήσουν στον χρόνο και να αναπτυχθούν ομαλά. Γιατί συνέβη αυτό; Ο Μ. Κοντοειδής δίνει τη δική του ερμηνεία. «Οι μεγάλες αλυσίδες μέχρι πριν μερικά χρόνια δούλευαν με πάρα πολύ υψηλά ποσοστά κέρδους. Αγόραζαν κάτι στα 80 λεπτά και το πουλούσαν… 160 λεπτά» μας λέει κι εξηγεί: «Η δικαιολογία τους ήταν ενώ με τους μικρούς επιχειρηματίες δούλευαν με μεγάλο περιθώριο κέρδους της τάξης του 80-90%, με τις πολυεθνικές δούλευαν με πολύ μικρό περιθώριο κέρδους, της τάξης του 1-2%. Θεωρούσαν, και το έλεγαν ανοικτά, ότι μόνο αν δουλέψουν με μεγάλο περιθώριο κέρδους τους μικρούς παραγωγούς θα μπορούσαν και οι ίδιοι να αποκομίσουν κέρδος.  Αυτή ήταν η εξήγησή τους αλλά εμένα δεν με πείθει». Αναγνωρίζει όμως ότι τότε, όπως άλλωστε και σήμερα, υπάρχουν κάποιες αλυσίδες που πωλούν με σχετικά μικρό περιθώριο κέρδους επιτρέποντας στους μικρούς παραγωγούς να προωθούν τα προϊόντα τους σε ευρύτερες αγορές.

Εξοπλιζόμαστε γιατί δεν υπάρχει διαθέσιμο εργατικό δυναμικό

Η μονάδα της εταιρείας «Παραδοσιακά Ζυμαρικά Της Γιαγιάς»  το Κιλκίς  έχει δυναμικότητα 10 τόνων ημερησίως ενώ εδώ και χρόνια  πραγματοποιεί εξαγωγές σε Ουγγαρία, Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο- οι εξαγωγές μάλιστα αποτελούν περίπου το 10% αποτελούν  της παραγωγικότητάς της. «Υπάρχει σημαντική ζήτηση για εξαγωγές αλλά εμείς είμαστε συγκροτημένοι και μόλις τώρα υπογράψαμε κάποια συμβόλαια» μας λέει ο Μιχάλης Κοντοειδής.

Ο ίδιος έχει πετύχει σημαντικές διεθνείς συνεργασίες χωρίς να χρειαστεί να κάνει παραχωρήσεις στις αρχές με τις οποίες λειτουργεί την επιχείρησή του  «Θεωρώ ότι παρέχουμε καλή ποιότητα και οικονομικές τιμές. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς σε αυτό το επίπεδο δραστηριότητας, αν θέλεις να έχεις διεθνή παρουσία. Αν μάλιστα έχεις τη δύναμη να κρατήσεις τους πελάτες σου, να μπορείς δηλαδή να αντέξεις τις πιστώσεις, τότε είσαι μια χαρά…» σχολιάζει χαμογελώντας.

Η εταιρεία πραγματοποιεί συνεχώς  επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό ενώ  έχει ήδη προγραμματίσει νέα επένδυση για χρήση ρομποτικών μηχανημάτων της τάξης των 200.000 ευρώ.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας τα «Παραδοσιακά Ζυμαρικά Της Γιαγιάς»  ήταν από τις εταιρείες που δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα. «Υπήρχαν προμήθειες πρώτων υλών- δεν είχαμε κανένα πρόβλημα με τους προμηθευτές μας, η παραγωγή μας συνεχίστηκε απρόσκοπτα και ο κόσμος δεν στερήθηκε το φαγητό του» θυμάται ο Μ. Κοντοειδής.

Κλείνουμε τη συζήτησή μας ζητώντας τη γνώμη του για τον ευρύτερο κάδο των τροφίμων. «Θεωρώ πως ο κλάδος των τροφίμων θα συνεχίσει να αναπτύσσεται στην Ελλάδα» μας λέει. «Είναι βέβαια μια μικρή χώρα η Ελλάδα, είναι δύσκολο να δημιουργήσεις νέα προϊόντα και να θεωρείς ότι θα βρουν εύκολα το δρόμο τους, χρειάζεται περισσότερο ρίσκο από άλλες αγορές» επισημαίνει.

Σύμφωνα με τον Μακεδόνα παραγωγό το μείζον πρόβλημα είναι η έλλειψη εργατικού δυναμικού που δεν επιθυμεί να εργαστεί στην ελληνική βιομηχανία.  Όπως μας λέει με έναν τόνο απογοήτευσης στον λόγο του: «Αυτό τείνει να γίνει το μεγαλύτερο πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής βιομηχανίας. Δεν βρίσκουμε προσωπικό…Και δεν είμαστε απομακρυσμένοι από τον κόσμο. Στο Κιλκίς είμαστε…».

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
thanasis.antoniou67@gmail.com