Από την εφημερίδα Έλληνας Αγρότης που κυκλοφορεί
Ο τουρισμός υπαίθρου υποσκελίζεται από το «ήλιος και θάλασσα»
Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΖΑΒΛΙΑΡΗ
zavliaris@gmail.com
Τη δεκαετία του 1980, στη Λέσβο, αλλά και σε άλλα ορεινά χωριά της χώρας, σε Ηπειρο, Πήλιο και αλλού, γυναίκες αγροτών αποφασίζουν να οργανωθούν ώστε να μπορέσουν να πουλήσουν γνήσια προϊόντα μεταποίησης από αυτά που τους έδινε η γη. Μαρμελάδες, χυλοπίτες και άλλες νοστιμιές της ελληνικής υπαίθρου έκαναν την εμφάνισή τους σε πλατείες χωριών, όπου επισκέπτες έσπευδαν Σαββατοκύριακα για να πάρουν μια ανάσα από τον φόρτο της πόλης.
Τα προϊόντα πωλούνταν με την ετικέτα και το όνομά τους ως προϊόντα γυναικείων αγροτουριστικών συνεταιρισμών που άρχισαν να ξεφυτρώνουν σιγά σιγά σε όλη τη χώρα. Αυτό ήταν και το πρώτο βήμα του αγροτουρισμού στη χώρα. Την ίδια περίοδο περίπου, με ευρωπαϊκό χρήμα, έρχονται τα πρώτα σχέδια βελτίωσης, που δίνουν τη δυνατότητα στους αγρότες να δημιουργήσουν καταλύματα σε περιοχές που ήταν ήδη τουριστικές, όπως η Θάσος. Βέβαια, δεν επρόκειτο για αγροτουριστικές μονάδες όπως τις ξέρουμε σήμερα, αλλά για ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Τα σχέδια βελτίωσης τελικά ατόνησαν και οι γυναικείοι αγροτουριστικοί συνεταιρισμοί πολλαπλασιάστηκαν. Τη δεκαετία του 1990 ξεκίνησαν τα προγράμματα Leader, που διαστρέβλωσαν την έννοια του αγροτουρισμού, γιατί δεν τον συνέδεσαν με την αγροτική παραγωγή.
Μόνο… ξενώνες
Οπως εξηγεί στον «Ε.Α.» η Μαρία Παρταλίδου, καθηγήτρια Αγροτικής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Γεωπονίας του ΑΠΘ, «υπήρχαν γεωργοί που ένα παλιό σπίτι που είχαν, με τα χρήματα από τα προγράμματα, το έκαναν ξενώνα, και αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχε δηλαδή σύνδεση με το χωράφι και τα ζώα».
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο αγροτουρισμός στη χώρα μας να μη λειτουργήσει όπως σε άλλες χώρες. Ο λόγος, σύμφωνα με την κυρία Παρταλίδου, είναι πως οι Ελληνες είναι συνδεδεμένοι ακόμα και τώρα με ένα χωριό και γνωρίζουν τι σημαίνει αγροτική ζωή. «Ο Γερμανός και ο Αμερικανός δεν γνωρίζουν και θα ήθελαν στις διακοπές να κάνουν δραστηριότητες όπως άρμεγμα ή μάζεμα ελιάς» λέει χαρακτηριστικά.
Τα πράγματα, ωστόσο, δεν πηγαίνουν όπως θα έπρεπε. Την ώρα που άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, παρουσιάζουν σημαντικά έσοδα από τον τουρισμό υπαίθρου ή αγροτουρισμό, η Ελλάδα μένει στάσιμη, αρκούμενη στο μοντέλο «ήλιος και θάλασσα», που οδηγεί σε έναν τοξικό υπερτουρισμό, ο οποίος τελικά δεν φέρνει χρήματα στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
«Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια μαζική επένδυση στο μοντέλο του μαζικού τουρισμού για να σωθεί η χώρα. Από την άλλη, οι γεωργοί πολύ δύσκολα θα κάνουν τουρισμό, γιατί δεν έχουν τις ικανότητες να υποδεχθούν κόσμο» εξηγεί η καθηγήτρια του ΑΠΘ.
Οι νέοι που γυρίζουν στην ύπαιθρο σώζουν την παρτίδα
Το αρχικό μοντέλο της αγροτουριστικής μονάδας, με ένα αγρόκτημα που μπορεί να δώσει διανυκτέρευση και με τον αγρότη, εκτός από τις καθημερινές εργασίες σε χωράφι ή κτηνοτροφική μονάδα, να πρέπει να υποδεχθεί επισκέπτες, δεν μπόρεσε να λειτουργήσει.
Ωστόσο, εκεί που η συγκεκριμένη ροή πραγμάτων έδειχνε αποτυχία, μια ευχάριστη εξέλιξη μπορεί να αλλάξει την πορεία του αγροτουρισμού στη χώρα μας. Οπως λέει η κυρία Παρταλίδου, «τα τελευταία χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο νέων ζευγαριών που επιστρέφουν από την πόλη στο χωριό των γονιών ή των παππούδων τους και, εκτός από μια ήπια γεωργική εκμετάλλευση, προχωρούν και στην ενασχόληση με τον αγροτουρισμό. Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν αποκτήσει κοινωνικοποίηση από τη ζωή στην πόλη, και αυτό μπορεί να λειτουργήσει θετικά στο πώς θα συνδέσουν την ελληνική ύπαιθρο με ένα ξεχωριστό είδος τουρισμού».
Μια άλλη πρωτοβουλία νέων ανθρώπων, που δείχνει ότι ο αγροτουρισμός μπορεί να έχει παρόν, αλλά κυρίως μέλλον, είναι το Open Farms. Πρόκειται για ένα δίκτυο που δημιουργήθηκε από νέους ανθρώπους οι οποίοι πραγματοποίησαν την καταγραφή των ανοιχτών αγροκτημάτων σε όλη τη χώρα, που προσφέρουν ή δεν προσφέρουν διανυκτέρευση, για να υπάρχει μια καλή εικόνα των προσπαθειών που γίνονται ώστε ο κόσμος της πόλης να γνωρίσει καλύτερα την ύπαιθρο.
Μια ακόμα εξαιρετικά αξιόλογη προσπάθεια είναι αυτή της Agroxenia ή, ελληνιστί, «Αγροξενία». Και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε την καταγραφή αγροτουριστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διάφορους κλάδους του τουρισμού υπαίθρου, που μπορεί να είναι η συμμετοχή σε αγροτικές δραστηριότητες, η γαστρονομία, η διαμονή σε ξενώνες και οι περιβαλλοντικές δραστηριότητες.
Οπως δείχνουν βέβαια τα στοιχεία, τα συγκεκριμένα είδη τουρισμού προς το παρόν δεν προσελκύουν σε μεγάλο βαθμό τους Ελληνες, ωστόσο έχουν σημαντική απήχηση σε ξένους τουρίστες, που σε αντίθεση με τον μαζικό τουρισμό είναι διατεθειμένοι να δαπανήσουν χρήματα, αγοράζοντας τοπικά προϊόντα κ.λπ.
Ασαφές το πλαίσιο για τον τουρισμό υπαίθρου
Αν και ελπιδοφόρο, το μέγεθος της δραστηριότητας στην Ελλάδα δεν μπορεί να καταμετρηθεί λόγω του κατακερματισμού
Αν και ο αγροτουρισμός υπάρχει στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1980, και υπάρχουν αρκετά ανοιχτά αγροκτήματα στη χώρα που δίνουν διανυκτέρευση, το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει διασαφηνιστεί τι είναι αγροτουρισμός και τι περιλαμβάνει.
Ο νόμος που ψηφίστηκε στις αρχές του 2014 κατατέθηκε από το υπουργείο Τουρισμού και θεσμοθετεί τις ειδικές μορφές τουρισμού. Αυτό έγινε καθώς ο συμβατικός υπερτουρισμός δημιουργεί προβλήματα στις τοπικές κοινωνίες και έπρεπε να μπουν θεματικές μορφές τουρισμού, ώστε να απλωθεί η παλέτα σε άλλα πλεονεκτήματα, πέρα από το «ήλιος και θάλασσα».
Σε αυτόν τον νόμο καθορίζεται και ο λεγόμενος «τουρισμός υπαίθρου». Κάτω από αυτή την ομπρέλα μπαίνουν ο αγροτουρισμός, ο οινοτουρισμός και ο αλιευτικός τουρισμός, κάτι που οδηγεί στην οργάνωση του τομέα.
Από τα σήματα στο σήμερα
Στη συνέχεια βγήκαν τα σήματα αγροτουρισμού και οινοτουρισμού, ενώ πρόσφατα βγήκε και το σήμα του επισκέψιμου τυροκομείου.
Ολα αυτά τα χρόνια, τα οινοποιεία ως επαγγελματικός φορέας ήταν πιο ενημερωμένα και κατάφεραν να εκτοξεύσουν το σήμα του επισκέψιμου οινοποιείου. Αντίθετα, το σήμα του αγροτουρισμού δεν προχώρησε. Αξίζει να σημειωθεί βέβαια ότι σήμα παίρνουν μόνο τα αγροκτήματα που δίνουν διανυκτέρευση.
Την ίδια ώρα, ένα αγρόκτημα μπορεί να θεωρηθεί πολυλειτουργικό εάν πάρει πιστοποίηση από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και τον ΕΛΓΟ «Δήμητρα», χωρίς όμως να υπάρχει εφαρμοστική διάταξη για αυτό. Οι γυναικείοι συνεταιρισμοί, που είναι και οι πρώτοι διδάξαντες του αγροτουρισμού, συνεχίζουν την πορεία με τα δικά τους χαρακτηριστικά και παθογένειες.
Την ίδια ώρα, για να θεωρηθεί κάποιος ότι ασχολείται ενεργά με τον αγροτουρισμό πρέπει να είναι στο μητρώο γεωργικών εκμεταλλεύσεων και σε περιοχή με πληθυσμό κάτω των 5.000 κατοίκων, και να είναι πιο κοντά στη γεωργική παραγωγή.
«Στην Ελλάδα έχουμε το παράλογο ο οινοτουρισμός ή γαστρονομικός τουρισμός με παραδοσιακά προϊόντα να θεωρείται κάτι ξεχωριστό, ενώ ουσιαστικά αποτελεί κομμάτι του αγροτουρισμού» λέει στον «Ε.Α.» η καθηγήτρια Αγροτικής Κοινωνιολογίας του ΑΠΘ Μαρία Παρταλίδου.
Οσοι γνωρίζουν τον συγκεκριμένο χώρο τονίζουν ότι μονόδρομος είναι το παράδειγμα της Ιταλίας.
Το παράδειγμα της Ιταλίας και τα οινοποιεία
Η γειτονική Ιταλία θεωρείται ένα από τα κορυφαία παραδείγματα ανάδειξης του αγροτουρισμού και των εθνικών αγροδιατροφικών της προϊόντων. Ειδικά στον οινοτουρισμό, οι γείτονες είναι παγκόσμιοι πρωτοπόροι, θεμελιώνοντας εδώ και χρόνια μια πηγή εθνικού εισοδήματος.
Οπως επεσήμανε ο γ.γ. του Ελληνοϊταλικού Επιμελητηρίου Μάρκο ντε λα Πούπα, «το 2025 οι τουρίστες που θα επισκεφθούν την Ιταλία μόνο για οινοτουρισμό θα ξεπεράσουν τα 13 εκατ., αριθμός αυξημένος κατά 8,5% σε σχέση με το 2024». Τα μεγέθη είναι σημαντικά, αφού εκτιμώνται σε 20 εκατ. οι διανυκτερεύσεις συνδεδεμένες με τον οινοτουρισμό, με ετήσια οικονομική αξία 2,5 δισ. ευρώ.
Ενδιαφέρουσα, σύμφωνα με τον αξιωματούχο του οινοποιείου, είναι και η αγοραστική δύναμη του κοινού του οινοτουρισμού, αφού πρόκειται συνήθως για μεσαία και υψηλά βαλάντια, όπου το 31% είναι διατεθειμένο να ξοδέψει μεταξύ 21 και 40 ευρώ για μια επίσκεψη σε οινοποιείο, το 36% περίπου 20 ευρώ, ενώ το 33% είναι διατεθειμένο να δώσει πολύ περισσότερα.
Τι γίνεται στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, οινοποιεία και οινικό τουρισμό έχουμε σε σχετικό βαθμό, αλλά οι αριθμοί δείχνουν ότι πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα.
Σύμφωνα με το Μητρώο Οινοτουριστικών Επιχειρήσεων, σήμα επισκέψιμου οινοποιείου έχουν 15 επιχειρήσεις στην Κεντρική Μακεδονία, από 13 σε Κρήτη και Πελοπόννησο, 12 στη Δυτική Ελλάδα, 11 στην Αττική και τη Θεσσαλία, οκτώ στις Κυκλάδες, έξι στο Βόρειο Αιγαίο, επτά στη Δυτική Μακεδονία, πέντε στη Στερεά Ελλάδα, τέσσερα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, τρία στα Δωδεκάνησα και στην Ηπειρο. Οπως τονίζουν οι καλά γνωρίζοντες τον χώρο του κρασιού, η χώρα μας έχει κάνει σημαντικά βήματα στο να αναδείξει ένα προϊόν της ελληνικής γης όπως το κρασί, αφού προσελκύει τουρισμό που είναι διατεθειμένος να δώσει χρήμα, σε αντίθεση με τους επισκέπτες του υπερτουρισμού, που μπορεί να δίνουν κάθε χρόνο αυξητικά νούμερα αφίξεων, ωστόσο δεν φαίνεται να αφήνουν χρήματα στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό που μένει είναι η περαιτέρω εξέλιξη σε συσκευασία, ονομασία προέλευσης αλλά και ανάδειξης των ελληνικών ποικιλιών που βρίσκονται στα αμπελοτόπια της χώρας μας.
Ο «χάρτης»
Σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση, μόλις 22 φάρμες στη χώρα έχουν το σήμα του αγροτουρισμού από το υπουργείο, με 13 από αυτά στην Κρήτη.
Οι γυναίκες
Ο πρώτος αγροτουριστικός γυναικείος συνεταιρισμός στην Ελλάδα ιδρύθηκε το 1983 στη Πέτρα Λέσβου. Η ομάδα αυτή από γυναίκες του χωριού δημιούργησε συνεταιρισμό για να αξιοποιήσει παραδοσιακές συνταγές.
Αυτές που ακολούθησαν
Μετά τη Λέσβο ακολούθησαν και άλλοι εμβληματικοί συνεταιρισμοί γυναικών σε Ζαγορά Πηλίου, Αμπελάκια Λάρισας, Γαλατινή Κοζάνης και Ορμύλια Χαλκιδικής. Σήμερα, οι γυναικείοι συνεταιρισμοί είναι πάνω από 140.