ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΡΟΤΗΣ»
Καθηλωμένες τιμές και αυξημένα κόστη απομακρύνουν πολλούς αγρότες, με το βαμβάκι πρωτίστως και το καλαμπόκι δευτερευόντως να «τσιμπάνε» εκτάσεις.
Με εξαίρεση κάποια μεσόσπερμα Elite που πουλήθηκαν με 27 λεπτά το κιλό, η μεγάλη πλειονότητα των Japonica και Indica «έφυγε» με 24-25 λεπτά.
Του Γιάννη Τσατσάκη
Johny_ts@hotmail.com
Με μικρή καθυστέρηση και σε κάθε άλλο παρά ευχάριστο κλίμα ξεκίνησε φέτος η διαδικασία της σποράς στις ορυζοπαραγωγικές περιοχές του νομού Θεσσαλονίκης.
Η καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι, ενώ οι προετοιμασίες από τους παραγωγούς είχαν ολοκληρωθεί εγκαίρως, το νερό από τα αρδευτικά δίκτυα ήταν τελικά διαθέσιμο από τις 12 Μαΐου αντί για τις 5, όπως είχε γνωστοποιηθεί αρχικά. Αυτό βέβαια είναι ίσως το μικρότερο από τα προβλήματα που καλούνται να διαχειριστούν αυτή τη στιγμή οι αγρότες και, γενικότερα, το σύνολο της αλυσίδας αξίας του κλάδου και τα οποία είναι «υπεύθυνα» για το διόλου ευχάριστο κλίμα που προαναφέραμε.
Με το σταγονόμετρο οι πωλήσεις
Η πρώτη πηγή προβληματισμού έχει να κάνει με την επίμονα κακή εικόνα της αγοράς. Η εμπορική σεζόν 2025/26 που ολοκληρώνεται τυπικά μέσα στο καλοκαίρι ήταν από τις πιο δύσκολες των τελευταίων ετών. Στο γνωστό και διαχρονικό ζήτημα των αθρόων -και πολύ φθηνών- εισαγωγών από τις τρίτες χώρες προστέθηκε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση ή, σε αρκετές περιπτώσεις, τη διακοπή της εμπορικής δραστηριότητας, παράλληλα με μεγάλες αυξήσεις στα κόστη μεταφοράς.
Οπως αναφέρει στον «Ελληνα Αγρότη» η πρόεδρος του Συνδέσμου Ορυζόμυλων Ελλάδος (ΣΟΕ) Γεωργία Κωστηνάκη, η Μέση Ανατολή και η Τουρκία αποτελούν τους κύριους εξαγωγικούς προορισμούς για το ελληνικό μεσόσπερμο ρύζι, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 80% της περσινής παραγωγής. Από τη στιγμή που και η γειτονική χώρα είχε φέτος να διαχειριστεί μια μεγάλη εγχώρια παραγωγή, οι αγορές της από την Ελλάδα ήταν περιορισμένες και σποραδικές.
Στα δε μακρύσπερμα ρύζια έγιναν κάποιες προσπάθειες για εξαγωγή στη Β. Ευρώπη, ούτως ώστε να αξιοποιηθούν οι καθυστερήσεις στις αφίξεις -λόγω του πολέμου- από τις τρίτες χώρες. Ωστόσο, σύμφωνα με την κυρία Κωστηνάκη, «οι τιμές που μας προτάθηκαν ήταν πολύ χαμηλές και δεν κάλυπταν ούτε εμάς ούτε τους παραγωγούς».
Γενικά, οι τιμές τόσο για τα μεσόσπερμα ρύζια, όπως τα πλέον δημοφιλή Ronaldo, όσο και για τα μακρύσπερμα παραμένουν καθηλωμένες στα 24-25 λεπτά το κιλό στον παραγωγό, όπως δηλώνει στον «Ελληνα Αγρότη» ο Χρήστος Τσιχήτας, πρόεδρος της ΕΑΣ Θεσσαλονίκης. Μοναδική εξαίρεση, κάποιες λίγες ποσότητες της νέας μεσόσπερμης ποικιλίας Elite, που δεν ξεπέρασαν τους 2.000 τόνους και πωλήθηκαν στα 27 λεπτά το κιλό, τιμή που, βέβαια, εξακολουθεί να υπολείπεται του κόστους παραγωγής.
Απούλητο το 30% της περσινής σοδειάς
Η δεύτερη πηγή προβληματισμού έχει να κάνει με τα απούλητα αποθέματα της σοδειάς 2025. Εκτιμάται ότι πάνω από το 30% -ενδεχομένως το ποσοστό να αγγίζει και το 40%- των περσινών ρυζιών δεν έχει ακόμα πουληθεί, ενώ υπάρχουν και ποσότητες που έχουν πουληθεί και δεν έχουν φορτωθεί, όπως και παραγωγοί που αρνούνται να πουλήσουν στα τρέχοντα νούμερα και προτιμούν να εξαντλήσουν τα περιθώρια αναμένοντας κάποια βελτίωση των τιμών. Ο κ. Τσιχήτας πάντως εκτιμά ότι υπάρχει ακόμα χρόνος -μέχρι το διάλειμμα του Αυγούστου- ώστε το αδιάθετο στοκ να «φύγει» από τις αποθήκες και να μη μεταφερθεί ως «βαρίδι» στην επόμενη εμπορική σεζόν.
Στην εξίσωση έρχεται να προστεθεί και η αύξηση του κόστους παραγωγής, η οποία, σύμφωνα με τον κ. Τσιχήτα, «με μια πρώτη εκτίμηση φτάνει το 15%-20%, κυρίως λόγω των αυξήσεων στις τιμές των λιπασμάτων και του πετρελαίου», τη στιγμή που, όπως προαναφέρθηκε, οι τιμές που προκύπτουν σήμερα από την αγορά βρίσκονται ήδη κάτω από το όριο του κόστους.
Δύσκολα τα 250.000 στρέμματα
Με αυτά τα δεδομένα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι εκτάσεις που θα σπαρθούν φέτος με ρύζι αναμένεται να είναι μειωμένες τουλάχιστον κατά 20%. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Α’ Αγροτικού Συνεταιρισμού Χαλάστρας Χρήστο Γκαντζάρα, μεγάλο ποσοστό παραγωγών έχει αποφασίσει να στραφεί στο καλαμπόκι ή, ακόμα περισσότερο, στο βαμβάκι, κάτι που δεν οφείλεται μόνο στην πρόσφατη ανάκαμψη των τιμών του τελευταίου. «Ως καλλιέργεια έχει λιγότερα έξοδα, ενώ συνοδεύεται, για παράδειγμα, από συνδεδεμένες, αποτύπωμα άνθρακα και άλλες ενισχύσεις που, ειδικά αν συνεχίσουν να βελτιώνονται οι τιμές, δίνουν συγκριτικά καλύτερο εισόδημα στον παραγωγό» υπογραμμίζει.
Υπενθυμίζεται ότι πέρυσι οι εκτάσεις που σπάρθηκαν με ρύζι ήταν κατά τι περισσότερες από 300.000 στρέμματα. Φέτος, σύμφωνα με τον κ. Τσιχήτα, δύσκολα θα «πιάσουν» τα 250.000 στρέμματα…
Εβδομήντα ευρώ/στρέμμα
Το ποσό της ενίσχυσης που έχει συμφωνηθεί με το ΥΠΑΑΤ ανέρχεται σε 70 ευρώ το στρέμμα για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και σε 35 ευρώ το στρέμμα για τους υπόλοιπους
Τριακόσιες χιλιάδες στρέμματα
Πέρυσι οι εκτάσεις που καλλιεργήθηκαν με ρύζι στη χώρα ξεπέρασαν κατά τι τα 300.000 στρέμματα, ωστόσο φέτος, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, δύσκολα θα φτάσουν τα 250.000 στρέμματα.
Ενεργοποίηση ρήτρας
To νέο καθεστώς προβλέπει ενεργοποίηση των δασμών, αφού οι εισαγωγές από τρίτες χώρες αυξηθούν κατά 45% σε σχέση με το μέσο όρο της δεκαετίας, κάτι που ισοδυναμεί με σχεδόν 562.000 τόνους.
Στο περίμενε ακόμη για τα 70 ευρώ το στρέμμα
Σε αναμμένα κάρβουνα εξακολουθούν να κάθονται οι ορυζοκαλλιεργητές για την καταβολή της έκτακτης ενίσχυσης μέσω του μηχανισμού de minimis προκειμένου να καλυφθεί ένα μέρος έστω των απωλειών εισοδήματος που υπέστησαν το 2025.
Αν και η σχετική συμφωνία με το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης έχει γίνει εδώ και πάνω από έναν μήνα -την 1η Απριλίου, για την ακρίβεια- οι παραγωγοί δεν έχουν δει ακόμα τα χρήματα στους λογαριασμούς τους. Τα ποσά της ενίσχυσης, αξίζει να σημειωθεί, έχουν οριστεί στα 70 ευρώ το στρέμμα για τους κατά κύριο επάγγελμα παραγωγούς και στα 35 ευρώ το στρέμμα για τους υπόλοιπους, με το συνολικό κονδύλι να ανέρχεται σε 20 εκατ. ευρώ.
Μένει το «πράσινο φως» από το υπουργείο Οικονομικών
Το ζήτημα, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει «κολλήσει» στο υπουργείο Οικονομικών, το οποίο θα δώσει το «πράσινο φως» προκειμένου να αποδεσμευθεί το ποσό. Το τελευταίο διάστημα έχει αναπτυχθεί έντονη φημολογία για… δεύτερες σκέψεις, ου μην και ενστάσεις του οικονομικού επιτελείου όσον αφορά τόσο το ύψος της ενίσχυσης όσον και την πραγματική εικόνα της αγοράς.
Επισήμως πάντως τίποτα τέτοιο δεν έχει μεταφερθεί στους παραγωγούς. «Η τελευταία ενημέρωση που είχαμε -και σχετικά πρόσφατα μάλιστα- ήταν ότι η ενίσχυση, στο ύψος που συμφωνήθηκε, θα καταβληθεί. Ελπίζουμε πραγματικά να μην αλλάξει κάτι, γιατί πρόκειται για ένα άκρως απαραίτητο βοήθημα στους καλλιεργητές σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την αγορά του ρυζιού» υπογραμμίζει ο κ. Τσιχήτας.
«Πέρασε» το νέο όριο για τους δασμούς
Η συμμαχία των ορυζοπαραγωγικών χωρών του Νότου πίεσε αρκετά να πέσει στο μισό, αλλά δεν «έσπασε» το μπλοκ των Βορειοευρωπαίων
Πέραν της τρέχουσας δύσκολης συγκυρίας στην αγορά του ρυζιού, οι συντελεστές του κλάδου εύλογα ανησυχούν και για την επόμενη μέρα, ιδίως από τη στιγμή που το αναθεωρημένο Σύστημα Γενικευμένων Δασμολογικών Προτιμήσεων (GSP) πήρε τελικά το «πράσινο φως» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Το εν λόγω σύστημα, όπως έχει γράψει σε σχετικό ρεπορτάζ ο «Ελληνας Αγρότης», προβλέπει την ενεργοποίηση του μηχανισμού αυτόματης προστασίας (automatic safeguard), αφού οι εισαγωγές από τρίτες χώρες φτάσουν να αυξηθούν κατά 45% σε σχέση με τον μέσο όρο της δεκαετίας, κάτι που ισοδυναμεί με 561.500 τόνους. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2025 υπολογίζεται ότι εισήχθησαν στην Ε.Ε. περίπου 570.000 τόνοι, αντιλαμβάνεται ότι το νέο καθεστώς που πρόκειται να τεθεί σε ισχύ από το 2027 ουσιαστικά ανοίγει την πόρτα σε αδασμολόγητες εισαγωγές.
Νίκησε το μπλοκ του Βορρά
Η συμμαχία των ορυζοπαραγωγικών χωρών του Νότου (Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία) πίεσε αρκετά προκειμένου το όριο για την ενεργοποίηση των δασμών να τοποθετηθεί αρκετά χαμηλότερα -στο 20% επί τον μέσο όρο της δεκαετίας, αντί για το 45%-, ωστόσο δεν κατέστη δυνατόν να «σπάσει» το μπλοκ των Βορειοευρωπαίων. «Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές μας αλλά και τις προτάσεις που υποβάλαμε, σε συνεργασία με χώρες όπως η Ιταλία, για θέσπιση ενός χαμηλότερου ορίου ενεργοποίησης των δασμών, δεν εισακουσθήκαμε» σημειώνει η κυρία Κωστηνάκη, προσθέτοντας ότι «άλλη μία φορά, στο πλαίσιο εμπορικών συμφωνιών που κλείνει η Ε.Ε., η πλάστιγγα μεταξύ αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής γέρνει προς την πλευρά της δεύτερης».
«Ανταγωνισμός δίχως ίσους όρους»
Οπως τονίζει η ίδια, οι Ελληνες μεταποιητές αλλά και η αλυσίδα αξίας του προϊόντος στο σύνολό της κάθε άλλο παρά αντίθετοι είναι στον ανταγωνισμό, αρκεί αυτός να είναι δίκαιος, κάτι που δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση: «Βλέπουμε την Ε.Ε. από τη μία πλευρά να ζητάει από τους παραγωγούς της να καλλιεργήσουν με όρους βιώσιμης γεωργίας και με συγκεκριμένα κοινωνικά πρότυπα, με το ανάλογο κόστος, και από την άλλη να ανάβει το πράσινο φως σε εισαγωγές ρυζιού που δεν πληρούν τις ίδιες περιβαλλοντικές και κοινωνικές προδιαγραφές».
Ο κ. Γκαντζάρας, πάντως, σημειώνει ότι σε επίπεδο Διεπαγγελματικής Ρυζιού υπάρχει η βούληση να πραγματοποιηθεί, σε συνεργασία με τους αντίστοιχους φορείς των υπόλοιπων χωρών, ακόμα μία -τελευταία- προσπάθεια στα κέντρα λήψης αποφάσεων των Βρυξελλών, ούτως ώστε να υιοθετηθεί μια πιο ήπια εκδοχή του αναθεωρημένου Σύστηματος Γενικευμένων Δασμολογικών Προτιμήσεων.