Στη δικαιοσύνη προσφεύγουν αγρότες από την Κοζάνη για τον συνεχόμενο αποκλεισμό τους εδώ και 2-3 χρόνια από τις πληρωμές κι ενώ τηρούν όπως λένε τις απαραίτητες διαδικασίες προκειμένου να επιδοτηθούν, με το θέμα του δορυφόρου να επανέρχεται στη Βουλή από τον Πάρι Κουκουλόπουλο του ΠΑΣΟΚ.
Τη Δευτέρα 18/5 την ώρα που συνάδελφοί τους ήταν στο Υπουργείο στην Αθήνα, παραγωγοί της Κοζάνης πραγματοποιούσαν σύσκεψη με βουλευτές του νομού στο Τσοτύλι Κοζάνης με τα βασικά θέματα να είναι τα ίδια.
Το πρόβλημα με το monitoring είναι πολύ μεγάλο, καθώς βρίσκεται μια αφορμή προκειμένου να αποκλειστούν αγρότες από τις επιδοτήσεις, αφού το σύστημα δε λειτουργεί όπως πρέπει. Υπενθυμίζεται ότι μια μέρα πριν τη λήξη προθεσμίας για διορθώσεις οι πλατφόρμες είναι κλειστές και δε μπορούν να γίνουν, ενώ η μόνη επιλογή που υπάρχει για τους καλλιεργητές είναι αίτημα απόσυρσης πράγμα που τους αποκλείει από τις ενισχύσεις.
Οι παραγωγοί συναντούν πολλά εμπόδια, καθώς όπως περιγράφουν τη μια χρονιά το monitor τους βγάζει ότι είναι μη επιβεβαιωμένες οι δηλωθείσες καλλιέργειες και την άλλη σεζόν η ένδειξη γράφει «ετερογένεια», βάζοντας στις καλλιέργειές τους «κόκκινη» σήμανση η οποία τα καθιστά μη επιλέξιμα για επιδότηση, με τους αγρότες να σκέφτονται ακόμα και ομαδική προσφυγή στη δικαιοσύνη ακόμα και για τις ενισχύσεις του 2024.
Το θέμα έφερε στη Βουλή ο Πάρις Κουκουλόπουλος του ΠΑΣΟΚ.
Αναλυτικά το κείμενο της ερώτησης:
Σε συνέχεια διαδοχικών κοινοβουλευτικών παρεμβάσεών μου για τα πολλαπλά προβλήματα με τα οποία έχουν έρθει αντιμέτωποι οι έντιμοι αγρότες, πληρώνοντας αυτοί -χωρίς να φταίνε- τα «σπασμένα» του γαλάζιου σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, στόχος της παρούσας Ερώτησης είναι να δοθούν απαντήσεις και τελικά να αντιμετωπιστούν οι σημαντικές επιπτώσεις που έχει προκαλέσει ειδικά το περιβόητο “monitoring”, όπως εναγωνίως μου μεταφέρονται από τον αγροτικό κόσμο της Π.Ε. Κοζάνης.
Δεδομένου αφενός μεν του επείγοντος χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου της εξειδικευμένης φύσης των τεχνικών παραμέτρων του, που είναι γνωστές στη λεπτομέρειά τους σε όσους εφαρμόζουν στην πράξη τις σχετικές διαδικασίες, επισυνάπτεται επιστολή που μου κοινοποιήθηκε την 15η Μαΐου, από επικεφαλής ΚΥΔ του νομού Κοζάνης.
Στην επιστολή εκφράζεται «έντονη ανησυχία και προβληματισμός σχετικά με τα αποτελέσματα του “monitoring” που αναρτήθηκαν για τις συνδεδεμένες ενισχύσεις, καθώς και για τις ασφυκτικές διαδικασίες και προθεσμίες που έχουν τεθεί για τις απαιτούμενες διορθώσεις».
Αναλυτικότερα, στην επιστολή επισημαίνονται τα κάτωθι:
«Αρχικά, όσον αφορά τη συνδεδεμένη ενίσχυση σπόρων προς σπορά, παρατηρείται ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των αγροτεμαχίων έχει αποδοθεί χαρακτηρισμός «ΜΗ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΔΗΛΩΘΕΙΣΑΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ», ενώ σε μικρότερο ποσοστό εμφανίζεται ο χαρακτηρισμός «ΕΤΕΡΟΓΕΝΕΙΑΣ».
Για τη συγκεκριμένη συνδεδεμένη ενίσχυση, υπάρχει ήδη θεσμοθετημένη διαδικασία επιτόπιων ελέγχων από το ΚΕΠΠΥΕΛ, δηλαδή από δημόσια υπηρεσία, της οποίας οι υπάλληλοι πραγματοποιούν αυτοψία σε όλους τους παραγωγούς και σε όλα τα δηλωμένα αγροτεμάχια σποροπαραγωγής, προκειμένου να εγκρίνουν την καλλιέργεια. Παράλληλα, υπάρχουν και οι σχετικές συμβάσεις με τις σποροπαραγωγικές επιχειρήσεις, στις οποίες αναγράφονται αναλυτικά τα αγροτεμάχια που έχουν δηλωθεί και καλλιεργηθεί για σποροπαραγωγή.
Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα του “monitoring” ουσιαστικά αναιρούν τα πορίσματα και τις εγκρίσεις μιας δημόσιας υπηρεσίας και των υπαλλήλων της, οι οποίοι πραγματοποίησαν επιτόπιο έλεγχο και διαπίστωσαν ιδίοις όμμασι την ύπαρξη και ορθότητα της καλλιέργειας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα και σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα του συστήματος “monitoring”. Είναι δυνατόν να θεωρηθεί περισσότερο αξιόπιστη μία δορυφορική αποτύπωση από τον επιτόπιο έλεγχο δημοσίων υπαλλήλων που επισκέφθηκαν τα αγροτεμάχια και πιστοποίησαν την καλλιέργεια; Μήπως τελικά το ίδιο το σύστημα “monitoring” παρουσιάζει σημαντικές αστοχίες ή σφάλματα στην ερμηνεία των δεδομένων;
Ανάλογα προβλήματα παρατηρούνται και στο σύνολο των υπόλοιπων συνδεδεμένων ενισχύσεων, όπως στο σκληρό σιτάρι, το μαλακό σιτάρι, το κριθάρι, τα σανοδοτικά ψυχανθή, τα κτηνοτροφικά ψυχανθή, τα όσπρια και τον αραβόσιτο. Παρότι στις περιπτώσεις αυτές δεν πραγματοποιείται επιτόπιος έλεγχος από το ΚΕΠΠΥΕΛ, τα αποτελέσματα που προέκυψαν ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη δυσπιστία ως προς την αξιοπιστία του “monitoring” και δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες για την ορθότητα των ευρημάτων σε πολύ μεγάλο ποσοστό περιπτώσεων.
Παράλληλα, η διαδικασία διορθώσεων που ανακοινώθηκε δημιουργεί σοβαρά λειτουργικά και ουσιαστικά προβλήματα.
Σύμφωνα με το σχετικό δελτίο τύπου της ΑΑΔΕ, στους παραγωγούς παρέχεται ουσιαστικά μόνο η δυνατότητα:
α) απόσυρσης του αιτήματος συνδεδεμένης ενίσχυσης στις περιπτώσεις «ΜΗ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΔΗΛΩΘΕΙΣΑΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ», οι οποίες αποτελούν περίπου το 95% των περιπτώσεων, ή
β) κατάτμησης του αγροτεμαχίου στις περιπτώσεις «ΕΤΕΡΟΓΕΝΕΙΑΣ». Με τον τρόπο αυτό, οι παραγωγοί οδηγούνται ουσιαστικά προ τετελεσμένων γεγονότων, καθώς καλούνται είτε να αποσύρουν την ενίσχυση είτε να διακινδυνεύσουν την επιβολή οικονομικών κυρώσεων και ποινών.
Επιπροσθέτως, διαπιστώνεται ότι ακόμη και η ίδια η διαδικασία κατάτμησης που προτείνεται μέσω των οδηγιών της ΑΑΔΕ στην πράξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Συγκεκριμένα, σε δοκιμαστική περίπτωση που πραγματοποιήσαμε σε παραγωγό, επιχειρήθηκε κατάτμηση αγροτεμαχίου εντός των αρχικών και ήδη δηλωμένων ορίων του, ωστόσο το σύστημα δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της διαδικασίας, εμφανίζοντας σφάλματα που σχετίζονται με κανόνες τροποποιήσεων αγροτεμαχίων και φυτικού κεφαλαίου.
Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι ακόμη και οι διορθωτικές ενέργειες που αναφέρονται στο σχετικό δελτίο τύπου δεν είναι ουσιαστικά εφαρμόσιμες στην πράξη, γεγονός που επιτείνει ακόμη περισσότερο το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει τόσο οι παραγωγοί όσο και τα ΚΥΔ.
Η διαδικασία αυτή θα έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί εγκαίρως, πριν την περίοδο του θερισμού, ώστε να δοθεί στους παραγωγούς η δυνατότητα να αποδείξουν μέσω της εφαρμογής AGRISNAP την πραγματική κατάσταση και καλλιέργεια των αγροτεμαχίων τους.
Επιπλέον, η προθεσμία των επτά ημερών που δίνεται για τη διεκπεραίωση όλων των διορθώσεων είναι αντικειμενικά ανεπαρκής.
Περαιτέρω, δεν αναφέρεται πουθενά η χρονική περίοδος κατά την οποία λήφθηκαν οι δορυφορικές εικόνες, στοιχείο απολύτως κρίσιμο για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.
Το “monitoring” οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής, όπως τις καιρικές συνθήκες και το ύψος των βροχοπτώσεων, τις διαφοροποιήσεις λόγω βιολογικής καλλιέργειας, τις ιδιαιτερότητες ανάπτυξης κάθε καλλιέργειας, καθώς και λοιπούς γεωργικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εικόνα των αγροτεμαχίων.
Επιπλέον, σοβαρά προβλήματα και ελλιπής ενημέρωση παρατηρούνται και σχετικά με τις οδηγίες που αναφέρονται στο δελτίο τύπου για την εφαρμογή AGRISNAP. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η εφαρμογή ενεργοποιείται εκ νέου και παρέχεται η δυνατότητα λήψης νέων φωτογραφιών από τους παραγωγούς. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει καμία σαφής ενημέρωση ούτε προς τα ΚΥΔ ούτε προς τους ίδιους τους παραγωγούς σχετικά με το ποια αγροτεμάχια έχουν ήδη εγκριθεί και ποια εξακολουθούν να παρουσιάζουν ευρήματα ή εκκρεμότητες.
Ως αποτέλεσμα, δημιουργείται πλήρης σύγχυση κατά τη διαδικασία υποβολής διορθωτικών ενεργειών, καθώς δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το σε ποια αγροτεμάχια απαιτείται πραγματικά νέα τεκμηρίωση μέσω της εφαρμογής και σε ποια όχι.
Παράλληλα, σοβαρά προβλήματα παρατηρούνται και στη διαδικασία άρσης επικαλύψεων. Είναι πρακτικά αδύνατο να ολοκληρωθεί μία τόσο απαιτητική διαδικασία μέσα σε μόλις τρεις ημέρες. Εφόσον θεωρείται εφικτή η διεκπεραίωση αυτού του όγκου εργασίας σε τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα, παρακαλούμε να αναληφθεί κεντρικά η σχετική διαδικασία, εκτός εάν θεωρείται ότι τα ΚΥΔ μπορούν να λειτουργούν σε 24ωρη βάση χωρίς ανθρώπινα και λειτουργικά όρια. Τέλος, θα θέλαμε να επισημάνουμε το σοβαρό πρόβλημα επικοινωνίας και ανταπόκρισης από τη νέα διοίκηση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ζητούμε: την επανεξέταση των αποτελεσμάτων του “monitoring”, τη δυνατότητα ουσιαστικής τεκμηρίωσης από τους παραγωγούς μέσω AGRISNAP ή άλλης πρόσφορης διαδικασίας, την παράταση των προθεσμιών διορθώσεων και επικαλύψεων, καθώς και τη βελτίωση της επικοινωνίας και ανταπόκρισης των αρμόδιων υπηρεσιών προς τα ΚΥΔ και τους παραγωγούς».