ΓΕΩΡΓΙΑ

Η πυκνή φύτευση αποδίδει στον θεσσαλικό κάμπο

Τη στιγμή που ο θεσσαλικός κάμπος αναζητά νερό, ενώ οι κλιματικές συνθήκες μεταβάλλονται και εντείνουν τις προκλήσεις για την αγροτική παραγωγή, οι λύσεις που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την επιδείνωση της κατάστασης και να στηρίξουν τον ελληνικό πρωτογενή τομέα παραμένουν στο τραπέζι των συζητήσεων.

ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ

trimmis.chrys@gmail.com

Ωστόσο, ορισμένες από αυτές φαίνεται ότι έχουν ήδη εφαρμοστεί, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, όπως η πυκνή ή υπέρπυκνη φύτευση, που προβάλλει ως μία πρακτική με συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Από τους πρωτεργάτες

Ο Κώστας Σπανούλης είναι από τους πρώτους που εφάρμοσαν την πυκνή φύτευση στον κάμπο της Λάρισας, και συγκεκριμένα στην περιοχή του χωριού Γλαύκη, αρχικά σε αμυγδαλιές, έχοντας γνωρίσει τη μέθοδο στην Ανδαλουσία της Ισπανίας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όπου είχε φτάσει από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Οπως αναφέρει, η εφαρμογή της στη Λάρισα ξεκίνησε το 2016, και έκτοτε η προσπάθεια επεκτείνεται, με τις ελιές να ακολουθούν.

Μιλώντας στον «Ε.Α.» για τους στόχους των κινήσεών του, επισημαίνει ότι αρχικά οι παραγωγοί που συμμετέχουν στην προσπάθεια επιδιώκουν την αξιοποίηση εκτάσεων χωρίς δενδρώδεις καλλιέργειες και την εφαρμογή μιας τεχνικής που επηρεάζει τόσο το μικροκλίμα όσο και το κόστος των απαιτούμενων εργασιών: «Αναφερόμαστε σε φυτεύσεις έως και 150 δέντρων ανά στρέμμα και όχι 30-32 δέντρων, όπως συνηθίζεται». Σημειώνει δε ότι δίνεται η δυνατότητα μηχανικού κλαδέματος με τρακτέρ, καθώς τα δέντρα βρίσκονται σε μικρές αποστάσεις μεταξύ τους και διατηρούνται σε περιορισμένο ύψος.

Κώστας Σπανούλης

Γρηγορότερο εισόδημα

Στο ίδιο πλαίσιο, υπογραμμίζει ότι οι καλλιέργειες πυκνής φύτευσης αποδίδουν εισόδημα νωρίτερα, ήδη από το 3ο-4ο έτος μετά τη φύτευση, σε αντίθεση με τις κλασικές καλλιέργειες, που απαιτούν περισσότερο χρόνο: «Πρόκειται για μια διαδικασία που έχει αποδώσει. Μιλάμε για κάτι που αλλάζει το μικροκλίμα της περιοχής και για μια απόδοση αμυγδάλων διπλάσια των άλλων, της απλής φύτευσης των 32-35 δέντρων έναντι 130-140 που έχουμε εμείς. Και το πιο σημαντικό είναι ότι έχουμε μειώσει κατά πολύ το κόστος παραγωγής και φυσικά έχουμε κάνει πράξη την αναδιάρθρωση καλλιεργειών, που έλεγαν και ο αείμνηστος Γιάννης Πατάκης αλλά και οι Ολλανδοί, που ήρθαν μετά τον Daniel, οι οποίοι μίλησαν για δενδρώδεις καλλιέργειες – κάτι που εμείς το είχαμε κάνει πράξη από το 2016 και το συνεχίζουμε σήμερα».

Παράλληλα, προσθέτει: «Αυτή τη στιγμή ο αριθμός είναι στα 350 στρέμματα. Εχουμε δέντρα που φυτεύτηκαν το 2016, το 2019, το 2020, το 2021 και πέρυσι. Εχουμε κάνει και τις μελέτες στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, σε ό,τι έχει σχέση με την ποιότητα των αμυγδαλών. Η διατροφική τους αξία είναι πέντε φορές μεγαλύτερη σε πάνω από δέκα είδη. Οπότε, μπορούμε αυτό να το λανσάρουμε επισήμως και ως περιοχή αλλά και ως προϊόν».

Η εφαρμογή σε διάφορα είδη

Η εφαρμογή της υπέρπυκνης φύτευσης σε δενδρώδεις καλλιέργειες κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια, καθώς προσαρμόζεται σε διαφορετικά παραγωγικά μοντέλα και καλλιέργειες. Στις ελαιοκαλλιέργειες, η πρακτική αυτή εμφανίζεται ιδιαίτερα διαδεδομένη, με τα δέντρα να τοποθετούνται σε μικρές αποστάσεις και σε γραμμική διάταξη, γεγονός που διευκολύνει τη χρήση μηχανικών μέσων, κυρίως κατά τη συγκομιδή.

Αντίστοιχα, στους οπωρώνες μηλιάς, η υπέρπυκνη φύτευση βασίζεται στη χρήση κατάλληλων υποκειμένων, που επιτρέπουν τη φύτευση των δέντρων σε πολύ κοντινές αποστάσεις, διαμορφώνοντας ένα πιο εντατικό σύστημα καλλιέργειας.

Παράλληλα, η μέθοδος βρίσκει εφαρμογή και σε καλλιέργειες ροδακινιάς και νεκταρινιάς, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με επιλογή των κατάλληλων ποικιλιών, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερος έλεγχος της ανάπτυξης των δέντρων και βελτιστοποίηση της απόδοσης.

Δεν λείπουν οι προκλήσεις

Η υπέρπυκνη φύτευση συνοδεύεται από προκλήσεις που επηρεάζουν τον σχεδιασμό και τη διαχείριση των καλλιεργειών. Το αρχικό κόστος εγκατάστασης είναι αυξημένο, καθώς απαιτούνται περισσότερα δενδρύλλια και επενδύσεις σε σύγχρονα συστήματα άρδευσης. Παράλληλα, οι απαιτήσεις διαχείρισης είναι εντατικότερες, με συνεχή παρακολούθηση της θρέψης, της άρδευσης και του κλαδέματος. Επιπλέον, η μικρή απόσταση μεταξύ των δέντρων μπορεί να περιορίσει τον αερισμό, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών και την ανάγκη για πιο προσεκτική φυτοπροστασία, καθώς και την επιβάρυνση του κόστους παραγωγής σε βάθος χρόνου.

Τα κύρια χαρακτηριστικά

Η πυκνή φύτευση στις δενδρώδεις καλλιέργειες χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα τεχνικά στοιχεία που διαφοροποιούν τον τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης των οπωρώνων. Βασικό γνώρισμα αποτελεί η μικρή απόσταση μεταξύ των δέντρων, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από περίπου 50 εκατοστά έως 1,5 μέτρο.

Κεντρικό ρόλο παίζει επίσης η χρήση νάνων και ημινάνων υποκειμένων, τα οποία περιορίζουν το μέγεθος των δέντρων και τα καθιστούν πιο εύκολα στη διαχείριση.

Στο παραγωγικό σκέλος, οι καλλιέργειες πυκνής φύτευσης εμφανίζουν και ταχύτερη είσοδο σε καρποφορία, προσφέροντας εισόδημα σε μικρότερο χρονικό διάστημα σε σύγκριση με τα παραδοσιακά συστήματα.

Έχει εφαρμογή σε διαφορετικές μορφές

Παρότι η πυκνή φύτευση δεν αποτελεί άγνωστη έννοια για τους περισσότερους καλλιεργητές στην Ελλάδα, εξακολουθεί να θεωρείται από αρκετούς απαιτητική πρακτική. Ωστόσο, όταν εφαρμόζεται με σωστό σχεδιασμό και προσεκτική διαχείριση, μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα αποδοτική. Το ενδιαφέρον για τη μέθοδο αυξάνεται σταδιακά, καθώς αναζητούνται τρόποι καλύτερης αξιοποίησης της διαθέσιμης γης.

Οι δενδρώδεις καλλιέργειες, που παραδοσιακά απαιτούν μεγάλες εκτάσεις, βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης. Παράλληλα, η εφαρμογή της πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης εξετάζεται και σε άλλες καλλιέργειες, όπως τα εσπεριδοειδή, αλλά και σε πιο εξειδικευμένα προϊόντα, όπως το μάνγκο, διευρύνοντας το πεδίο αξιοποίησής της.

Η πρακτική αυτή δεν περιορίζεται στη γεωργία μεγάλης κλίμακας, αλλά προσαρμόζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Σε οικιακούς κήπους και μικρούς λαχανόκηπους, η πυκνή φύτευση δίνει τη δυνατότητα καλύτερης εκμετάλλευσης του περιορισμένου χώρου, αυξάνοντας την παραγωγή. Αντίστοιχα, σε υπερυψωμένα παρτέρια, το έδαφος και οι εισροές, όπως το νερό και τα θρεπτικά στοιχεία, μπορούν να ελέγχονται πιο αποτελεσματικά. Σε αστικά περιβάλλοντα, η πρακτική συνδυάζεται και με κάθετες διατάξεις φύτευσης, προσφέροντας λύσεις σε περιοχές με έλλειψη διαθέσιμου χώρου.

Στο πλαίσιο της αστικής γεωργίας, η πυκνή φύτευση εφαρμόζεται και σε κοινοτικούς κήπους, όπου η απόδοση ανά τετραγωνικό μέτρο είναι καθοριστικής σημασίας. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν οι δημοτικοί λαχανόκηποι του Δήμου Λαρισαίων, οι οποίοι λειτουργούν εδώ και χρόνια, αξιοποιώντας διαθέσιμες εκτάσεις εντός του αστικού ιστού. Παράλληλα, η καλλιέργεια σε ταράτσες και μπαλκόνια αποτελεί μία ακόμη δυνατότητα, αν και δεν έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στη χώρα.

Σε επαγγελματικό επίπεδο, η μέθοδος συνδέεται με καλλιέργειες υψηλής αξίας, όπως βότανα, λαχανικά και ανθοκομικά είδη, όπου η αύξηση της παραγωγής ανά μονάδα επιφάνειας αποτελεί βασικό ζητούμενο. Επιπλέον, συχνά συνδυάζεται με πρακτικές βιολογικής γεωργίας, συμβάλλοντας στη διαχείριση των ζιζανίων και στη διατήρηση της εδαφικής υγρασίας χωρίς εκτεταμένη χρήση χημικών.

Η πυκνή φύτευση αξιοποιείται και σε αγροδασικά συστήματα, όπου συνδυάζονται δέντρα και καλλιέργειες, επιτρέποντας καλύτερη εκμετάλλευση του χώρου και δημιουργία ευνοϊκών μικροκλιμάτων. Αντίστοιχα, σε αναδασώσεις, μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη της βλάστησης και να ενισχύσει τη βιοποικιλότητα.

Τέλος, σε συστήματα πολυκαλλιέργειας, η πρακτική αυτή συμβάλλει στη συνδυαστική αξιοποίηση των φυσικών πόρων με φυτά που αλληλοσυμπληρώνονται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πυκνή φύτευση ενισχύει την αποδοτικότητα και την ισορροπία του καλλιεργητικού συστήματος, προσαρμοζόμενη στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής.

Τεχνικές απαιτήσεις και διαχείριση

Η πυκνή φύτευση σε δενδρώδεις καλλιέργειες απαιτεί συνεχή και προσεκτική διαχείριση για να αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τα δέντρα, λόγω των μικρών αποστάσεων μεταξύ τους, χρειάζονται συχνό κλάδεμα ώστε να διατηρούνται σε σωστό μέγεθος και σχήμα, εξασφαλίζοντας επαρκή φωτισμό και αερισμό. Αυτό συμβάλλει και στον περιορισμό της εμφάνισης ασθενειών. Παράλληλα, η άρδευση πρέπει να είναι στοχευμένη, με συστήματα στάγδην, καθώς ο ανταγωνισμός για το νερό είναι αυξημένος. Αντίστοιχα, η λίπανση απαιτεί ακρίβεια, αφού τα θρεπτικά στοιχεία εξαντλούνται πιο γρήγορα. Η τακτική ανάλυση του εδάφους θεωρείται απαραίτητη για σωστή παρακολούθηση και προσαρμογή της θρέψης των φυτών.

Κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια

Η πυκνή φύτευση στην Ελλάδα αρχίζει να κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια, κυρίως μέσα από πειραματικές και πιλοτικές εφαρμογές σε δενδρώδεις καλλιέργειες. Παραδοσιακά, η ελληνική γεωργία βασιζόταν σε πιο εκτατικά συστήματα, με μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των δέντρων. Ωστόσο, η ανάγκη για μείωση του κόστους, εξοικονόμηση νερού και αύξηση της παραγωγικότητας οδηγεί σταδιακά σε νέες προσεγγίσεις. Η τεχνική απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και προσαρμογή στις τοπικές συνθήκες κάθε περιοχής. Παρά τις δυσκολίες, όλο και περισσότεροι παραγωγοί εξετάζουν την εφαρμογή της, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη έλλειψη υδάτινων πόρων, όπως ο θεσσαλικός κάμπος.