Η ΘΕΣΗ ΜΑΣ

Η μεγάλη πληγή της έλλειψης στρατηγικού σχεδιασμού…

Ολες οι κυβερνήσεις, κάθε φορά που έρχονταν αντιμέτωπες με αιτήματα των αγροτών, επικαλούνταν τις δεσμεύσεις της χώρας μας από την ΚΑΠ. Ωστόσο, σήμερα έχει γίνει κατανοητό ότι η εξασφάλιση της αυτάρκειας σε τρόφιμα και η μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές δεν είναι ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν ρήξη με την Ε.Ε.

Η ΚΑΠ ήδη προσφέρει εργαλεία για συλλογικό σχεδιασμό και οργάνωση, για την ανάπτυξη της συμβολαιακής γεωργίας, για στήριξη καλλιεργειών και επενδύσεων σε ενέργεια, άρδευση και σε άλλες υποδομές, που θα μπορούσαν να καταστήσουν τον αγρότη επιχειρηματία. Δυστυχώς, τα εργαλεία αυτά η Ελλάδα δεν τα αξιοποίησε. Περιορίστηκε να αντιμετωπίζει τις επιδοτήσεις ως βασικό εισόδημα και όχι ως μέσο μετάβασης στη νέα εποχή. Οι αυξημένες εισαγωγές δεν αντιμετωπίστηκαν με σχέδιο, με τη διατροφική επάρκεια να μην είναι στις άμεσες προτεραιότητες.

Παρά τις διαβεβαιώσεις και κάποιες αποφάσεις, οι μεσάζοντες ήταν και είναι αυτοί που καθορίζουν τις τιμές. Οι ελληνοποιήσεις οργιάζουν, το κόστος παραγωγής είναι καταστροφικό, ενώ, οι τιμές στις περισσότερες περιπτώσεις δεν εγγυώνται σταθερό εισόδημα. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και οι συνθήκες που επικρατούν στην ύπαιθρο, οι οποίες δεν είναι ενθαρρυντικές για να μείνουν σε αυτήν τα νέα παιδιά.

Μοιραία, φτάσαμε στο σημείο ο γεωργικός τομέας στην Ελλάδα να εμφανίζεται μειωμένος κατά 8%, σε αντίθεση με τις χώρες της Ε.Ε., όπου καταγράφεται ανάπτυξη της τάξης του 9%.

Η ΚΑΠ ήδη προσφέρει εργαλεία για συλλογικό σχεδιασμό και οργάνωση, για την ανάπτυξη της συμβολαιακής γεωργίας, για στήριξη καλλιεργειών και επενδύσεων σε ενέργεια, άρδευση και άλλες υποδομές που θα μπορούσαν να καταστήσουν τον αγρότη επιχειρηματία. Δυστυχώς, τα εργαλεία αυτά η Ελλάδα δεν τα αξιοποίησε. Περιορίστηκε να αντιμετωπίζει τις επιδοτήσεις ως βασικό εισόδημα και όχι ως μέσο μετάβασης στη νέα εποχή.

Οι δομικές αδυναμίες της χώρας μας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και σήμερα, με τα τόσα προβλήματα, απουσιάζει ο στρατηγικός σχεδιασμός όχι μόνο βάσει των διατροφικών αναγκών, αλλά και για τις επιπτώσεις τις κλιματικής αλλαγής που ήδη βλέπουμε.

Η κατάσταση, όσο και αν δεν την έχουμε κατανοήσει πλήρως, στο μέλλον θα γίνει χειρότερη με τη συμφωνία Μercosur, καθώς στις χώρες της Λατινικής Αμερικής το κόστος παραγωγής είναι απείρως μικρότερο από ό,τι στη χώρα μας. Οι εκτάσεις που καλλιεργούνται σε αυτές είναι τεράστιες, τα μεροκάματα στα όρια της εξαθλίωσης, ενώ τα φυτοφάρμακα ανεξέλεγκτα και πολύ φθηνά.  Σε αυτές τις χώρες, επίσης, δεν υπάρχουν οι περιβαλλοντικοί κανόνες και, βεβαίως, οι υποχρεώσεις που ισχύουν στην Ε.Ε. Ολα αυτά τα χρόνια, η ΚΑΠ είχε επενδύσει πολλά στην πράσινη μετάβαση. Ενισχύθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα βιολογικά, με υψηλό κόστος παραγωγής.

Πολλοί παραγωγοί υποστηρίζουν ότι τα ακριβά και ποιοτικά προϊόντα δεν μπορούν να εξαχθούν στις χώρες της Μercosur, γιατί η αγοραστική δύναμη των κατοίκων της είναι μειωμένη. Οπότε, αυτό που μένει σε όσους έχουν επενδύσει στην ποιότητα είναι οι ώριμες αγορές, που είναι κυρίως στην Ευρώπη, στην Αμερική και στον Καναδά.

Αυτά τα γνωρίζουν και στην κυβέρνηση και στην ηγεσία της Ε.Ε., αλλά, επί της ουσίας, λόγω της έλλειψης μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, όλα είναι ρευστά. Κάποιοι, ως αντίδοτο στην έλλειψη σχεδιασμού, προβάλλουν τον ανταγωνισμό. Μπορεί όμως ο Ελληνας αγρότης να ανταγωνιστεί τους ξένους, όταν περίπου το 75% των ιδιοκτησιών των παραγωγών είναι κάτω από 50 στρέμματα; Οταν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί αγρότες πληρώνουν 4 λεπτά την κιλοβατώρα; Δύσκολο έως απίθανο.

Σε τι μπορεί να ελπίζει ο Ελληνας; Στο κλίμα, το οποίο του δίνει τη δυνατότητα να παράγει ποιοτικά προϊόντα. Αλλά και αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα χάνεται στην πορεία, λόγω των δομικών αδυναμιών που έχουν συσσωρευτεί στον πρωτογενή τομέα…