H εικόνα του καβγά αγροτοσυνδικαλιστών στα τηλεπαράθυρα μπορεί να έδωσε τροφή για διάφορα σχόλια και περίεργους υπαινιγμούς, αλλά αποκάλυψε μια πικρή αλήθεια: για μια ακόμη φορά κάποιοι προσπάθησαν να ντύσουν με κομματικό μανδύα τις κινητοποιήσεις.
Αρχικά, μας είπαν ότι οι αγρότες είχαν δίκιο. Στη συνέχεια επιχείρησαν να ακυρώσουν πολλά αιτήματα και να εμφανίσουν τους παραγωγούς ως καιροσκόπους, που παρασύρονται από διάφορους πολιτικούς και κόμματα.
Το βέβαιο είναι ότι τα προβλήματα δεν έχουν χρώματα – είτε δεξιός είναι ο αγρότης είτε κεντρώος ή αριστερός, έχει το ίδιο κόστος παραγωγής. Για αυτό, η κοινή λογική λέει ότι οι κινητοποιήσεις δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχουν «χρώμα»
Δυστυχώς, πολλοί κυβερνητικοί όλες αυτές τις μέρες εμφανίστηκαν να υπερασπίζονται με φανατισμό μια ομάδα αγροτών που έχει αποφασίσει να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό, στη λογική τού «διαίρει και βασίλευε». Τους μοίρασαν σε καλούς και κακούς, και στη συνέχεια τους ενέταξαν σε διάφορα κόμματα.
Ομως, ανεξάρτητα από όλα αυτά, οι αγρότες στο εξής πρέπει να περάσουν στην επόμενη μέρα. Και αυτή η μέρα πρέπει (επιτέλους) να εστιάσει στο μέλλον του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας. Δεν αρκούν πλέον οι επιδοτήσεις, ούτε οι ενισχύσεις κάθε είδους που προσφέρονται ως αντίδωρο.
Το βέβαιο είναι ότι τα προβλήματα δεν έχουν χρώματα – είτε δεξιός είναι ο αγρότης είτε κεντρώος ή αριστερός, έχει το ίδιο κόστος παραγωγής. Για αυτό, η κοινή λογική λέει ότι οι κινητοποιήσεις δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχουν «χρώμα»
Δυστυχώς, οι περισσότεροι παραγωγοί στην Ελλάδα είναι εγκλωβισμένοι στο «μεροδούλι, μεροφάι», στη διαχείριση της καθημερινότητας και τη συνέχιση του παραδοσιακού τρόπου καλλιέργειας, χωρίς να αντέχουν τον ανταγωνισμό, την ασυδοσία των εμπόρων και την κερδοσκοπία άλλων παραγόντων…
Το παράδειγμα της συμφωνίας Mercosur δείχνει πως ελάχιστοι είναι οι αγρότες που έχουν κατανοήσει το μέγεθος του προβλήματος, αφού ουδείς μπήκε στον κόπο να τους ενημερώσει, αν και είναι τόσο απλό: η Ευρώπη θα εξάγει σε χώρες της Λατινικής Αμερικής κυρίως μηχανήματα και θα εισάγει ελεύθερα αγροτικά προϊόντα.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι αγρότες, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν τις προηγούμενες μέρες και απέτρεψαν προσωρινά την υπογραφή της συμφωνίας, μοιραία θα κληθούν να ανταγωνιστούν τη Λατινική Αμερική σε προϊόντα τα οποία παράγονται πιο φθηνά, σε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις και χωρίς κανόνες ως προς τη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων.
Θα μπορέσουν να αντέξουν; Οι μεγάλες φάρμες, οι μεγαλοπαραγωγοί και οι μεγαλοκτηνοτρόφοι ίσως τα καταφέρουν. Οι Ελληνες, όμως; Μοιάζει σχεδόν αδύνατο να επιβιώσουν και να ανταγωνιστούν τους αγρότες των χωρών της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη και, με επιφυλάξεις, Βολιβία και Βενεζουέλα), και μάλιστα σε προϊόντα για τα οποία η αυτάρκεια δεν φτάνει ούτε στο 50% των αναγκών.
Λογικά, κάποιος θα πει πως «αφού έχουμε ελλείψεις, π.χ., σε όσπρια, γιατί να μην εισάγουμε;». Όμως, σ’ αυτή την απλοϊκή προσέγγιση κρύβεται ο μεγάλος κίνδυνος, ο οποίος δεν είναι άλλος από τη διάθεση των προϊόντων. Σήμερα, στις αποθήκες βρίσκονται χιλιάδες τόνοι όσπρια. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι εισάγονται από τρίτες χώρες σε πολύ χαμηλές τιμές προϊόντα, στα οποία ο καταναλωτής βρίσκει μια φθηνή λύση.
Μοιραία, ο Ελληνας παραγωγός, ο οποίος πουλάει ήδη κάτω του κόστους, θα μείνει με δύο επιλογές: ή να εγκαταλείψει τα κτήματά του ή να αλλάξει καλλιέργεια και να επενδύσει σε άλλα ανταγωνιστικά προϊόντα. Μπορεί να το κάνει; Μόνος του, χωρίς κατευθύνσεις και οικονομική στήριξη, αποκλείεται. Αυτό δεν του το λένε τα αρμόδια υπουργεία – τον κρατάνε στο σκοτάδι, ελπίζοντας ότι η συμφωνία δεν θα υπογραφεί. Η συμφωνία όμως θα υπογραφεί και θα ‘ναι… μέρα μεσημέρι, αλλά, όπως πάντα, θα τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις…