Αντιφατικά είναι τα μηνύματα για την εφετινή καλλιέργεια καρυδιού στην Κοκκινόγη Ελασσόνας, όπου μαζεύτηκαν οι παλιές ποικιλίες και από εδώ και μπρος ξεκινά η συγκομιδή των νέων.
Σύμφωνα με όσα είπαν στον «Έλληνα Αγρότη» οι καλλιεργητές καρυδιού από την Κοκκινόγη, η Τσάντλερ κατέγραψε μικρή άνοδο στην τιμή παραγωγού, από 3€ πέρσι στα 3.20 έως και 3.30€ το νωπό καρύδι φέτος. Μάλιστα η συγκεκριμένη ποικιλία έγινε εξαγωγή στην Αλβανία, που τα τελευταία χρόνια γεμίζει τα καταστήματα με ξηρούς καρπούς από την Ελλάδα, καθώς θεωρούνται υψηλής ποιότητας και έχουν συμφέρουσα τιμή.
Εκτός από τα ευχάριστα όμως μέχρι στιγμής έχει εμφανιστεί έντονη καρπόπτωση που ήταν αποτέλεσμα του παγετού του Μαρτίου και Απριλίου 2025. Μάλιστα το συγκεκριμένο φαινόμενο έπιασε απροετοίμαστους πολλούς καλλιεργητές οι οποίοι δεν το περίμεναν και δεν έκαναν δήλωση ζημίας στον ΕΛΓΑ, καθώς αρκετοί ήταν εκείνοι που θεώρησαν ότι είναι νωρίς για να επηρεαστούν οι καρυδιές από τις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες.
Η αντίληψη για τους υδάτινους πόρους αλλάζει
Όπως ανέφεραν όλοι οι αγρότες της περιοχής που ήρθαν σε επαφή με τον «Έλληνα Αγρότη», η έλλειψη υδάτινων πόρων επηρεάζει τη νοοτροπία των καλλιεργητών, καθώς πλεόν θέλουν να χρησιμοποιούν μόνο το νερό που χρειάζεται σε κάθε καλλιέργεια χωρίς κατασπατάληση.
Άλλωστε, μέχρι στιγμής η στάθμη είναι πεσμένη στα νερά και τα φράγματα της περιοχής, ενώ όλοι ακουμπούν τις ελπίδες τους στις βροχές του Οκτώβρη.
Μέχρι στιγμής ο Δήμος Ελασσόνας χρεώνει 8.10€ την ώρα από τις πομώνες του για κατανάλωση από 60 έως και 75 κυβικά νερού. Σίγουρα και αυτό είναι ένα μέτρο που αναγκάζει αγρότες να κάνουν στροφή σε καλλιέργειες που θέλουν λιγότερο νερό, ενώ και στις ήδη υπάρχουσες γίνεται μεγάλη προσπάθεια τελευταία για πιο ορθολογική κατανάλωση.
Πάντως τόσο οι αγρότες, όσο και οι κτηνοτρόφοι που καλλιεργούν κτηνοτροφικά φυτά όπως τριφύλλι και καλαμπόκι σημειώνουν ότι μέχρι στιγμής κανένα σύστημα διαχείρισης υδάτινων πόρων δεν είναι φιλικό προς τον παραγωγό.
Συμπεράσματα
Η κατάσταση στα χωριά κοντά στην Ελασσόνα περιέχει μεν αντιφατικά μηνύματα, ωστόσο ο πρωτογενής τομέας της περιοχής μοιάζει να μην έχει διάδοχη κατάσταση και πολύ δύσκολα θα ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγροτικού κόσμου με νέους παραγωγούς. Η λεγόμενη εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό μοντέλο όπου όλοι οι αγρότες είναι μεγάλοι επιχειρηματίες, το υψηλότατο κόστος παραγωγής σε συνδυασμό με τις χαμηλές και μη εγγυημένες τιμές για τον παραγωγό, η είσοδος των ιδιωτών στη διαχείριση του νερού, οι δυσκολίες που προκαλούν ζωονόσοι και φυτικές ασθένειες, αλλά και οι προδιαγραφές των προγραμμάτων για νεοεισερχόμενους αγρότες, εμποδίζουν το μέλλον της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής και αν δεν θέλουμε να τη χάσουμε θα πρέπει να αλλάξουν οι πολιτικές και σύντομα.