Από την εφημερίδα Έλληνας Αγρότης που κυκλοφορεί
Η ανάλυση των εξόδων και των εσόδων από τον Λαρισαίο αγρότη Αβραάμ Παπαδόπουλο στον «Ε.Α.» δείχνει με απλούς υπολογισμούς ότι οι παραγωγοί όχι μόνο δεν τρώνε με χρυσά κουτάλια, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις μπαίνουν και «μέσα»!
ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΡΙΜΜΗ
trimmis.chrys@gmail.com
Το ερώτημα για το πόσα παίρνουν οι παραγωγοί που δουλεύουν την αγροτική γη πάντα αποτελεί αντικείμενο συζήτησης. Οσοι είναι… έξω από τον χορό, λένε, υποθέτουν, εκτιμούν και θεωρούν ότι το χρήμα ρέει άφθονο. Είναι και αυτό το σκάνδαλο με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που ήρθε να φουντώσει τη συζήτηση και να βάλει όλους τους παραγωγούς στο ίδιο τσουβάλι, ήταν και εκείνη η συζήτηση στα πρώτα χρόνια της κρίσης, ότι τα Καγιέν κυριαρχούσαν στον θεσσαλικό κάμπο -κάτι που αποδείχθηκε ψευδές, όπως παρουσίασε και το BBC σε δημοσίευμα στην ιστοσελίδα του το 2012-, και όλοι θεωρούσαν (και πολλοί θεωρούν ακόμη) ότι οι αγρότες τρώνε με χρυσά κουτάλια. Αλλά, αν μπει κανείς στον κόπο να τα βάλει κάτω, θα δει ότι οι αριθμοί, εκτός του ότι δύσκολα λένε ψέματα (αν είναι αληθείς), δείχνουν ότι πλέον οι αγρότες καλούνται να τα βγάλουν πέρα με ψίχουλα, αν μένουν κι αυτά!
Θα μείνουμε στον θεσσαλικό κάμπο, λοιπόν, για να δούμε πόσο βγαίνει ο… λογαριασμός για να παραχθεί ένα προϊόν – και μόνο οι αγρότες, που βάζουν το χέρι στην τσέπη για να παραγάγουν, μπορούν να απαντήσουν.
Ο 45χρονος Αβραάμ Παπαδόπουλος έχει ως βασική επαγγελματική ενασχόληση εδώ και αρκετά χρόνια την αγροτική παραγωγή, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Κάνει τον λογαριασμό για τα προϊόντα που παράγει – μετρά, προσθέτει, αφαιρεί και βγάζει έξοδα (γιατί προηγούνται) και έσοδα για τέσσερα προϊόντα με τα οποία ασχολείται ή έχει ασχοληθεί: σιτάρι, τριφύλλι, κρεμμύδια, βαμβάκι.
Η απόδοση του σιταριού
Ξεκινάμε με την καλλιέργεια του σιταριού, ενός βασικού προϊόντος στον θεσσαλικό κάμπο, που από πολλούς θεωρείται πιο ασφαλής και σταθερή επιλογή σε σχέση με το βαμβάκι, που μοιάζει να είναι πιο ακριβό και ριψοκίνδυνο. Τα σιτηρά έχουν σιγουρότερη απορρόφηση από την αγορά, πιο προβλέψιμη τιμή και απαιτούν μικρότερες επενδύσεις ανά στρέμμα.
«Αρχικά, πρέπει να υπολογίσει κανείς το καλλιεργητικό κόστος, με δεδομένο ότι έχει ένας αγρότης στην κατοχή του τον απαραίτητο εξοπλισμό. Οπότε, όλες οι εργασίες που γίνονται με τρακτέρ στην παραγωγή σιταριού κοστίζουν 15-20 ευρώ ανά στρέμμα» υπολογίζει ο Αβραάμ Παπαδόπουλος. Από εκεί και πέρα έρχεται η σπορά – αν αγοράσει κανείς πιστοποιημένο σπόρο για να λάβει και τη συνδεμένη. Ο σπόρος για το σιτάρι κοστίζει 10-15 ευρώ το στρέμμα και η συνδεδεμένη εξαρτάται από τον αριθμό των στρεμμάτων – συνήθως προκύπτει ένα ποσό της τάξης των 8-10 ευρώ το στρέμμα.
Κατόπιν προβλέπεται η λίπανση, και κάθε στρέμμα απαιτεί περίπου 50 κιλά λιπάσματος. Αυτομάτως προστίθεται ένα κόστος 25-30 ευρώ ανά στρέμμα, ενώ φυτοπροστατευτικά σκευάσματα χρειάζονται περίπου δύο φορές και το κόστος είναι 5-10 ευρώ ανά στρέμμα. Οταν όλα αυτά τελειώσουν, ακολουθεί η συλλογή, η οποία κι αυτή κοστίζει (πετρέλαιο κ.λπ.), και βγαίνουν άλλα 15 ευρώ το στρέμμα. Με λίγα λόγια, στην καλύτερη περίπτωση, ο αγρότης έχει ήδη ξοδέψει 70 ευρώ το στρέμμα, αν όχι 90.
«Αν γίνουν όλα και πάνε όλα καλά, βγαίνουν 500 κιλά περίπου. Φέτος, η τιμή διάθεσης του σιταριού κυμαίνεται από 21 έως 25 λεπτά το κιλό. Αρα, ένα στρέμμα θα αποδώσει 125 ευρώ στην καλύτερη περίπτωση και στην υψηλή τιμή στον παραγωγό, συν τη συνδεδεμένη 10 ευρώ, θα πάει στα 135 ευρώ. Δηλαδή, στην καλύτερη τιμή των 25 λεπτών, ο αγρότης θα έχει έσοδα από 35-60 ευρώ το στρέμμα, συν τα 25 ευρώ της βασικής ενίσχυσης, οπότε πηγαίνει στα 60-85 ευρώ. Επειδή δεν είναι όλα ιδανικά σε μια καλλιέργεια, τα 60 ευρώ μοιάζει πολύ δύσκολο να μπουν στην τσέπη» σημειώνει ο Λαρισαίος αγρότης.
Βέβαια, επισημαίνει ότι πρέπει να συνυπολογιστεί κάτι ακόμη: όλα τα παραπάνω ισχύουν με βάση ότι η αγροτική γη είναι ιδιοκτησία του αγρότη. Αν μπει σε διαδικασία ενοικίασης ένας παραγωγός, θα πρέπει να υπολογιστεί και το ενοίκιο της έκτασης, κόστος που εξαρτάται και από την εκάστοτε περιοχή. «Στη δική μας περιοχή είναι περίπου 70 ευρώ ανά στρέμμα τον χρόνο το ενοίκιο» εξηγεί ο Αβραάμ Παπαδόπουλος, οπότε, αν είναι στα 60 ευρώ τα έσοδα, ο αγρότης θα μείνει και χρεωμένος 10 ευρώ! Αν πιάσει τα 85 ευρώ, θα του μείνουν 15 ευρώ το στρέμμα! Ούτε το σούπερ μάρκετ δύο ημερών για ένα άτομο, πόσο μάλλον για μια οικογένεια…
Η ειδική περίπτωση του τριφυλλιού
Η περίοδος δεν είναι καλή για τους παραγωγούς τριφυλλιού, που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή, αφού η πώλησή του έχει απαγορευτεί λόγω της ευλογιάς των αιγοπροβάτων. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, έχει κι αυτό το κόστος του…
Σύμφωνα με τον Αβραάμ Παπαδόπουλο, η αγροτική προετοιμασία απαιτεί περίπου 20 ευρώ το στρέμμα, και χρειάζονται 3-4 κιλά σπόρου, κάτι που κοστίζει 30 ευρώ ανά στρέμμα. Το ιδιαίτερο πάντως σ’ αυτή την περίπτωση είναι ότι η σπορά γίνεται ανά 3-4 χρόνια.
Από εκεί και πέρα απαιτούνται 25-30 ευρώ ανά στρέμμα για λίπανση. Το πότισμα είναι περίπου 60 ευρώ τον χρόνο (θέλει 2-3 ποτίσματα σε κάθε συγκομιδή, ενώ γίνονται 4-5 κοπές), ενώ 5-15 ευρώ μπορούν να κοστίσουν τα φυτοφάρμακα. Τον χρόνο, η καλλιέργεια κατά μ.ό. δίνει 1.500 κιλά το στρέμμα.
«Η χρονιά φέτος ξεκίνησε με τιμές 20-22 λεπτά το κιλό. Ομως, έχει έξοδα και η συλλογή, που απαιτεί ειδικά μηχανήματα τα οποία οι περισσότεροι δεν τα έχουν για κοπή, γύρισμα και δέσιμο, κάτι που σημαίνει έξτρα κόστος 7-8 λεπτών το κιλό, γιατί με βάση τα κιλά γίνεται η πληρωμή για τη συγκομιδή. Δηλαδή, ανά στρέμμα περίπου φτάνει τα 120 ευρώ. Υπολογίζουμε κι εδώ τη συνδεδεμένη, που είναι ανάλογα με τον αριθμό των στρεμμάτων 8-10 ευρώ» σημειώνει ο Λαρισαίος παραγωγός. Κάνοντας τις αριθμητικές πράξεις, η πρώτη χρονιά κοστίζει 260 ευρώ το στρέμμα στον καλλιεργητή, έστω και αν γίνεται μικρή απόσβεση λόγω σποράς ανά τετραετία – 340 ευρώ λοιπόν τα έσοδα, οπότε 80 ευρώ μένουν στον παραγωγό. Αν υπάρχει και ενοίκιο; Μόλις 10 ευρώ στην άκρη, ένα ποσό που με βάση την κατάσταση στην καθημερινή αγορά μοιάζει ελάχιστο…
Παρά τις δυσκολίες, το τριφύλλι παραμένει σημαντικό για τη ζωοτροφία, καθώς έχει υψηλή θρεπτική αξία και καλή ζήτηση σε περιόδους ομαλής αγοράς. Αν βελτιωθούν οι τιμές και μειωθούν τα κόστη καυσίμων και λιπασμάτων, μπορεί να προσφέρει πιο αξιοπρεπές εισόδημα. Γι’ αυτό και αρκετοί αγρότες το κρατούν στο πλάνο τους, ποντάροντας σε καλύτερες συνθήκες τα επόμενα χρόνια.
Ποιος «λευκός χρυσός»;
Πάντα το βαμβάκι ήταν σε πρώτο πλάνο για τους Θεσσαλούς παραγωγούς του κάμπου, και το προσωνύμιο «λευκός χρυσός» δεν είχε δοθεί άδικα. Πολλοί ήταν αυτοί που επένδυσαν και προσάρμοσαν όλες τις υποδομές τους και τον εξοπλισμό τους στη συγκεκριμένη καλλιέργεια. Βέβαια, ο χρυσός μπορεί να δώσει κέρδος, αλλά κοστίζει πάρα πολύ, και το ίδιο φαίνεται ότι ισχύει για το βαμβάκι όσον αφορά το κόστος παραγωγής!
Ο Αβραάμ Παπαδόπουλος εκτιμά τα κόστη και γι’ αυτό το προϊόν. «Για μια καλλιέργεια, ο παραγωγός ελπίζει ότι θα πάρει περίπου 500 κιλά ανά στρέμμα, τη στιγμή όμως που το κόστος φτάνει τα 300 ευρώ το στρέμμα. Αυτή τη στιγμή έχει 42 λεπτά το κιλό» σημειώνει, προσθέτοντας ότι η συνδεδεμένη ενίσχυση δίνει 70-80 ευρώ το στρέμμα. Με 42 λεπτά τιμή το κιλό, ο παραγωγός θα πάρει 210 ευρώ το στρέμμα εάν έχει 500 κιλά συγκομιδή, και με τη συνδεδεμένη θα φτάσει τα 290 ευρώ! Μπορεί να μπει και μέσα, δηλαδή, και είναι λογικό να στοχεύει σε λιγότερα έξοδα και σε μεγαλύτερη παραγωγή για να ελπίζει ότι θα του μείνει κάτι στο τέλος για να καλύψει τα προσωπικά έξοδα και αυτά της οικογένειάς του. Δεν υπολογίζονται ενοίκια ή και επισκευές που μπορεί να χρειαστεί ο εξοπλισμός, κάτι που επιβαρύνει το τελικό αποτέλεσμα, σε βάρος πάντα του παραγωγού. Ολα αυτά τι δείχνουν; Είσαι μία ή άλλη. Αυτοί που θα πάρουν βαμβάκι 500 κιλά το στρέμμα είναι στα έξοδά τους» εκτιμά ο κ. Παπαδόπουλος.
Το αρχικό κόστος των κρεμμυδιών
Οσον αφορά τα κρεμμύδια, με 30 ευρώ καλλιεργητικά έξοδα και τον σπόρο να φτάνει τα 100 ευρώ το στρέμμα (ανάλογα με την ποικιλία), η αρχή είναι πολυέξοδη.
Αυξημένα έξοδα
Για τη λίπανση της καλλιέργειας κρεμμυδιού απαιτούνται 80 ευρώ και, αν υπολογιστούν και τα φυτοφάρμακα, φτάνει τα 300 ευρώ το στρέμμα! Την ίδια στιγμή, στα 30-40 λεπτά είναι η τιμή ανά κιλό…
Εχει κόστος και η συγκομιδή
Θα πρέπει να υπολογίσει κανείς και τα εργατικά για το κρεμμύδι, που φτάνουν τα 7-10 λεπτά το κιλό» καταλήγει ο Λαρισαίος αγρότης. Οπότε κι εδώ το ταμείο είναι μείον σε πολλές περιπτώσεις…