Το τσάι του βουνού ευδοκιμεί σε ηλιόλουστες περιοχές με μεγάλο υψόμετρο και προτιμά τα πετρώδη εδάφη με αλκαλικό PH (6-8)
Μια ιδιαίτερα διαδεδομένη καλλιέργεια στον χώρο των αρωματικών φυτών και βοτάνων είναι αυτή του σιδερίτη ή ευρέως γνωστού ως «τσάι του βουνού». Καλλιεργείται σε πολλές περιοχές της χώρας, όπως η Μαγνησία, η δυτική Μακεδονία, η Κρήτη, ο Ταΰγετος, η Εύβοια κ.α. Είναι φυτό που ευδοκιμεί σε ηλιόλουστες περιοχές με μεγάλο υψόμετρο και προτιμά τα πετρώδη εδάφη με αλκαλικό PH (6-8).
- Της Μαρίας Κοτζακολιου
Η συγκομιδή γίνεται πριν από την πλήρη άνθιση και όταν τα ανθοφόρα στελέχη αρχίζουν να ξυλοποιούνται, διότι τότε η περιεκτικότητα φύλλων σε αιθέριο έλαιο και σε άρωμα είναι η καλύτερη. Ανθίζει από τις αρχές Ιουνίου έως τα μέσα Ιουλίου, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες της περιοχής, και συλλέγεται το υπέργειο τμήμα του φυτού. Τα ανθοφόρα στελέχη συνήθως ξηραίνονται υπό σκιά με φυσική ξήρανση, και στη συνέχεια συσκευάζονται και διοχετεύονται στην αγορά.
Οι καιρικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν το φετινό καλοκαίρι επηρέασαν την παραγωγή σε περιοχές της χώρας. Σύμφωνα με τον παραγωγό σιδερίτη Κωστή Σαρακατσάνο από τη Μακρινίτσα Μαγνησίας, η έλλειψη βροχοπτώσεων τη φετινή χρονιά μείωσε σημαντικά την παραγωγή, ευτυχώς, όμως, χωρίς να επηρεάσει την ποιότητά του. Στην ευρύτερη περιοχή είχε να βρέξει καλά από τον Μάρτιο, με ελάχιστες βροχές στο ενδιάμεσο, ξεραίνοντας πολλά φυτά. Να τονίσουμε ότι στη Μαγνησία, συγκεκριμένα στη Βρύναινα και την ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Αλμυρού, παλιότερα συγκεντρωνόταν το 80% της ελληνικής παραγωγής σε τσάι του βουνού. Η Βρύναινα βρίσκεται στις ανατολικές πλαγιές του όρους Ορθρυς, σε υψόμετρο 700 μ. Πριν από μερικά χρόνια, με την πτώση της τιμής του τσαγιού, πολλοί παραγωγοί εγκατέλειψαν την καλλιέργεια. Βέβαια, η έλλειψη σιδερίτη στην αγορά οδηγεί σε άνοδο της τιμής του και σε νέες φυτεύσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για να παραμείνουν τα πολύ καλά ποιοτικά χαρακτηριστικά του τσαγιού δεν ενδείκνυται το πότισμα από τους παραγωγούς, εκτός, ίσως, μόνο μετά τη συγκομιδή και τους μήνες Ιούλιο – Αύγουστο, για να μην ξεραθούν τελείως τα φυτά σε περίοδο ξηρασίας. Η περιοχή της Μαγνησίας δοκιμάστηκε πέρυσι με τις πλημμύρες του «Ντάνιελ», καταστρέφοντας πολλές φυτείες τσαγιού και γενικά καλλιέργειες του πρωτογενή τομέα (πέρα από τις καταστροφές σε περιουσίες και ζωικό κεφάλαιο). Επειτα από τη φετινή ανομβρία, όπως δήλωσε στον «Ελληνα Αγρότη» ο Κωστής Σαρακατσάνος, οδηγείται στο να καλλιεργήσει τη νέα χρονιά σε μεγαλύτερο υψόμετρο, με την ελπίδα ότι θα είναι καλύτερες οι καιρικές συνθήκες και, κατά συνέπεια, καλύτερη η παραγωγή.
Καλύτερα έχουν πάει τα πράγματα στη δυτική Μακεδονία, σύμφωνα με τον Νίκο Μαλίνη από την Ξηρολίμνη Κοζάνης, καθώς η παραγωγή δεν παρουσίασε σημαντικές απώλειες, ενώ και σε αυτή την περίπτωση τα ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι πολύ καλά. Η Ξηρολίμνη Κοζάνης βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων, στους πρόποδες του όρους Σινιάτσικο, και ο κάμπος της περιβάλλεται από βουνά. Σε αυτά υπάρχει πληθώρα αυτοφυών ειδών αρωματικών φαρμακευτικών φυτών.
Σημαντικά περιθώρια κέρδους και ανταγωνισμός από την Αλβανία
Το τσάι του βουνού πριν από μερικά χρόνια σημείωσε σημαντική πτώση στην τιμή του, αποδίδοντας στον παραγωγό 7-8 ευρώ, γεγονός που οδήγησε αρκετούς σε εγκατάλειψη της παραγωγής, κρίνοντάς την ασύμφορη. Το τελευταίο διάστημα, η έλλειψη στην αγορά ώθησε την τιμή προς τα πάνω – σε ορισμένες περιπτώσεις μιλάμε για διπλασιασμό της. Με τα σημερινά δεδομένα, η τιμή στο τσάι του βουνού κυμαίνεται μεταξύ 10 € και 15 € (τιμή παραγωγού).
Η έλλειψη στην παραγωγή, όπως αναφέρουν φυτωριούχοι, οδηγούν και τη γειτονική Αλβανία σε νέες φυτεύσεις και σε αύξηση της δικής της παραγωγής, διεκδικώντας μερίδιο στην αγορά. Με την Αλβανία να εντάσσεται στον ανταγωνισμό, μέριμνα των Ελλήνων παραγωγών είναι να διατηρήσουν τα υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά, αλλά και να διασφαλίσουν τις μέχρι τώρα συνεργασίες με τους πελάτες τους σε Ελλάδα κι εξωτερικό. Το στοίχημα είναι η μη εγκατάλειψη του προϊόντος από τους πελάτες λόγω αυξημένης τιμής, γι’ αυτό θα χρειαστεί σύνεση στις τιμές.